Ο καθηγητής Richard Wolff διδάσκει οικονομική επιστήμη τα τελευταία 40 χρόνια. Έχει διδάξει στο Yale, στο City University of New York και στο University of Massachusetts. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάλυση των καπιταλιστικών κρίσεων και τα τελευταία τρία χρόνια έχει δώσει διαλέξεις περί της οικονομικής κρίσης σε διάφορα μέρη του κόσμου. Στις διαλέξεις αυτές αφού πρώτα αναλύει σε βάθος τις κοινωνικές συνθήκες που οδήγησαν στην κρίση, περιγράφει μία μέθοδο εξόδου από αυτή. Στο παρόν άρθρο η ανάλυση του παρουσιάζεται με ιδιαίτερα κατανοητό τρόπο, πράγμα που άλλωστε ήταν και ένας από τους στόχους του. Παρόλο που στο άρθρο η ανάλυση του Wolff επικεντρώνεται στις ΗΠΑ, οι ομοιότητες με την ελληνική πραγματικότητα είναι εμφανέστατες.
Η σημερινή κρίση δεν είναι απλώς χρηματοπιστωτική· είναι μία συστημική κρίση, η οποία έχει τις ρίζες στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Δεν ήταν συνέπεια αποκλειστικά της Wall Street, αλλά και του τρόπου λειτουργίας της αγοράς. Επηρέασε δραματικά τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και την πολιτική της κυβέρνησης. Είναι μία κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και όχι απλώς του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Για να γίνει αντιληπτό το παραπάνω συμπέρασμα πρέπει να κάνουμε μία αναδρομή στην ιστορία των ΗΠΑ. Τα τελευταία 150 χρόνια - από το 1820 έως το 1970 - η μέση παραγωγικότητα των εργαζομένων παρουσιάζει μία συνεχή αύξηση. Η αύξηση οφείλεται στην καλύτερη εκπαίδευση των εργαζομένων, στη χρήση περισσότερων και καλύτερων μηχανών, στην καλύτερη εποπτεία της εργασίας από την εργοδοσία και σε πολλές περιπτώσεις από την αύξηση των ωρών εργασίας. Όλα αυτά τα χρόνια οι πραγματικοί μισθοί (αγοραστική δύναμη) των εργαζομένων αυξάνονταν συνεχώς. Η αύξηση της παραγωγικότητας όμως ήταν μεγαλύτερη από την αύξηση των μισθών. Η διαφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα τα κέρδη των εργοδοτών να αυξάνονται με μεγαλύτερο ρυθμό από αυτό των μισθών των εργαζομένων.
Έτσι, τα τελευταία 150 χρόνια, η εργατική τάξη απολάμβανε μία αύξηση της καταναλωτικής της δύναμης και παράλληλα οι καπιταλιστές απολάμβαναν μία άνοδο στα κέρδη τους. Το αποτέλεσμα ήταν οι Αμερικάνοι πολίτες να μετράνε την κοινωνική επιτυχία με γνώμονα την κατανάλωση· όσο περισσότερο κατανάλωνες τόσο πιο επιτυχημένος ήσουν. Οι οικονομικά επιτυχημένοι γονείς υποσχέθηκαν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους και κατάφεραν να κρατήσουν τις υποσχέσεις τους. Έτσι, όλοι μαζί γιόρταζαν την εξαιρετική επιτυχία του Αμερικάνικου καπιταλισμού, αφού ήταν το μόνο οικονομικό σύστημα που είχε καταφέρει να επιτύχει μία συνεχόμενη αύξηση της κατανάλωσης για τόση μεγάλη περίοδο.
Η αύξηση όμως αυτή σταμάτησε τη δεκαετία του 1970. Οι πραγματικοί μισθοί σταμάτησαν να αυξάνονται επειδή οι αμερικάνικες επιχειρήσεις (1) μετέφεραν πολλές από της λειτουργίες τους στο εξωτερικό, όπου έβρισκαν φτηνότερο εργατικό δυναμικό, (2) αντικατέστησαν πολλούς από τους εργαζομένους τους με μηχανές (κυρίως ηλεκτρονικούς υπολογιστές), και (3) άρχισαν να προσλαμβάνουν μαζικά γυναίκες και μετανάστες, οι οποίοι στην πλειοψηφία αμείβονταν λιγότερο. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί η αγοραστική ικανότητα των εργαζομένων· οι μισθοί σήμερα έχουν μικρότερη αγοραστική αξία απ' ότι οι μισθοί στη δεκαετία του 1970.
Εντωμεταξύ, η παραγωγικότητα και ως συνέπεια τα κέρδη των εργοδοτών – κυρίως εξαιτίας της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών – συνέχισε να αυξάνεται. Σε αντίθεση οι μισθοί των εργαζομένων έμειναν στάσιμοι. Η διαφορά αυτή, η οποία είναι η πηγή του καπιταλιστικού κέρδους και της συσσώρευσης κεφαλαίου, αυξάνεται διαρκώς. Καθώς το κέρδος των καπιταλιστών μεγάλωνε, το προσωπικό που είχε άμεση πρόσβαση στο κέρδος (μάνατζερς και μέτοχοι) αύξαναν με τη σειρά τους τα προσωπικά τους κέρδη. Επιπλέον, οι χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρίες), οι οποίες διαχειρίζονταν τα κέρδη των επιχειρήσεων έπαιρναν με τη σειρά τους μεγάλο μερίδιο του κέρδους αυτού.
Τι συνέβη όμως με την εργατική τάξη;
Η εργατική τάξη δεν φάνηκε διατεθειμένη να ελαττώσει τις καταναλωτικές της συνήθειες. Αντίθετα μάλιστα, βρήκε διαφορετικούς τρόπους να τις διαιωνίσει. Ένας τρόπος ήταν η εισαγωγή περισσότερων μελών της οικογένειας στην αγορά εργασίας. Έτσι, εκατομμύρια νοικοκυρές εισήλθαν στην αγορά εργασίας τα τελευταία χρόνια και πολλοί άντρες έπιασαν δεύτερη δουλειά. Σήμερα οι Αμερικανοί πολίτες εργάζονται κατά μέσο όρο 20% παραπάνω από ότι οι εργαζόμενοι στην Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία.
Με την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας νέα έξοδα προστέθηκαν στη μέση οικογένεια, αφού οι εργαζόμενες γυναίκες έχουν περισσότερες καταναλωτικές ανάγκες από ότι οι μη εργαζόμενες. Χρειάζονται καινούργια ρούχα, αυτοκίνητο, έτοιμο φαγητό, εξωτερική ημερήσια φροντίδα για τα παιδιά και το σπίτι και σε πολλές περιπτώσεις ψυχοθεραπεία και φάρμακα. Τα νέα αυτά έξοδα μειώνουν κατά πολύ το επιπλέον κέρδος από την εργασία της γυναίκας για μια οικογένεια. Το αποτέλεσμα ήταν η εργατική τάξη να κάνει άλλο ένα βήμα με σκοπό να διασώσει την καταναλωτική της δύναμη. Τι έκανε λοιπόν; Άρχισε να δανείζεται με συνέπεια πολλά νοικοκυριά να βυθιστούν στο χρέος.
Οι αμερικάνικες επιχειρήσεις από την άλλη άρπαξαν την εξαιρετική αυτή ευκαιρία με δύο τρόπους. Πρώτον συνέχισαν να αυξάνουν τα κέρδη τους κρατώντας τους μισθούς σε χαμηλά επίπεδα και διατηρώντας την αύξηση της παραγωγικότητας. Δεύτερον, εκμεταλλευόμενοι την άσχημη οικονομική κατάσταση των εργαζομένων (εξαιτίας των χαμηλών μισθών) προώθησαν την χρήση δανείων που επιπλέον εξασφάλιζε και τα υψηλά επίπεδα κατανάλωσης. Αντί δηλαδή να χρησιμοποιήσουν τα αυξανόμενα κέρδη τους για αυξήσουν τους μισθούς των υπαλλήλων, τους έσπρωξαν στο δανεισμό. Ο δανεισμός με τη σειρά του απέφερε επιπλέον κέρδη, κυρίως μέσω των τραπεζών. Οι τράπεζες κέρδιζαν από τα υψηλά επιτόκια των δανείων και οι μεγάλες επιχειρήσεις μέσω της κατανάλωσης. Για τους εργοδότες και για τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (τράπεζες, χρηματιστηριακές εταιρείες) αυτή ήταν πραγματικά μια χρυσή εποχή, η οποία θεωρήθηκε ως η επικύρωση της “μαγείας” του καπιταλισμού.
Παρά την μαγεία του καπιταλισμού όμως, οι εργαζόμενοι συνέχισαν να εξαθλιώνονται οικονομικά. Οι οικογένειες τους βυθίζονταν όλο και περισσότερο στο χρέος και η ανασφάλεια για το μέλλον μεγάλωνε. Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές και χρηματιστηριακές εταιρίες αύξαναν τα κέρδη τους παίρνοντας όλο και μεγαλύτερα ρίσκα και πουλώντας μετοχές αμφιλεγόμενης αξίας σε αφελής επενδυτές. Εκτός από τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, και οι επιχειρήσεις άλλων τομέων της αγοράς ακολούθησαν την ίδια τακτική. Έπαιρναν δηλαδή τεράστια ρίσκα πιστεύοντας πως “η νέα οικονομία” θα διατηρούνταν για πάντα. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Πολύ σύντομα εκατομμύρια εργαζόμενοι και πολλές επιχειρήσεις βρέθηκαν σε θέση να μην μπορούν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Η φούσκα έσκασε, η ύφεση ξεκίνησε και τους βρήκε όλους απροετοίμαστους. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθούν εκατομμύρια θέσεις εργασίας και εκατομμύρια άνθρωποι να χάσουν σπίτια και περιουσίες. Οι Αμερικάνοι πολίτες απαιτούσαν εξηγήσεις από την κυβέρνηση για την κατάσταση της οικονομίας και έδωσαν η εξουσία πέρασε από τα χέρια των ρεπουμπλικάνων σε αυτά του Ομπάμα, ο οποίος φάνταζε ως ελπίδα στο οικονομικό τέλμα.
Αρχικά ο Μπους και στη συνέχεια και ο Ομπάμα διοχέτευσαν τρισεκατομμύρια δολάρια στην χρηματοπιστωτική βιομηχανία με σκοπό να εγγυηθούν τα χρέη και να διασώσουν τις μεγαλύτερες τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας. Ο Ομπάμα ακολούθησε την ίδια διαδικασία και για άλλες επιχειρήσεις που ήταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, όπως για παράδειγμα η Chrysler και η General Motors. Η πολιτική αυτή είχε ως στόχο – όπως διατυμπάνιζαν διάφοροι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι - την “επανεργοποίηση της οικονομίας”. Επιχειρούσε δηλαδή να επαναφέρει την οικονομία στην κατάσταση ευφορίας των προηγούμενων ετών. Η τακτική αυτή είναι ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη. Πρώτον είναι εντελώς αμφίβολο αν θα επιτύχει, και δεύτερον, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας απλώς θα επαναφέρει το οικονομικό σύστημα στην κατάσταση, η οποία ουσιαστικά προκάλεσε την κρίση.
Σε συνδυασμό με τις κρατικές χρηματοδοτήσεις, η κυβέρνηση Ομπάμα επιχείρησε να ρυθμίσει την χρηματοπιστωτική βιομηχανία με την λογική πως η κρίση προκλήθηκε εξαιτίας της απορρύθμισης της οικονομίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Η οικονομική ιστορία όμως αμφισβητεί τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής. Για παράδειγμα το New Deal του Roosevelt την δεκαετία του 1930 απόβλεπε στην έξοδο από την οικονομική κρίση και στην αποτροπή παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον. Τα μέτρα που πήρε ο Roosevelt είναι παρόμοια με αυτά του Ομπάμα. Κανένας όμως από τους στόχους της πολίτικης του Roosevelt δεν στεφθηκε με επιτυχία. Η Μεγάλη Ύφεση διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και τερματίστηκε τελικά από το 2ο παγκόσμιο πόλεμο.
Ένα επιπλέον πρόβλημα της παρεμβατικής πολιτικής του κράτους είναι ο περιορισμός τους κέρδους των επιχειρήσεων. Έτσι, δίνεται τεράστιο κίνητρο στους επιχειρηματίες να εναντιωθούν στο κράτος. Για παράδειγμα, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο πολλές επιχειρήσεις δημιούργησαν λόμπι με σκοπό την ανατροπή του κρατικού παρεμβατισμού. Χρησιμοποίησαν τον χρηματισμό ως μέθοδο αποφυγής της φορολογίας και τα ΜΜΕ για να συκοφαντήσουν και τελικά να ανατρέψουν την κρατική παρέμβαση.
Ο παρεμβατισμός της δεκαετίας του 1930 όχι μόνο έδωσε κίνητρο στους επιχειρηματίες να επιχειρήσουν ανατρέψουν τα μέτρα, αλλά τους έδωσε επίσης και την οικονομική δύναμη για να το επιτύχουν. Έτσι κι έγινε. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 το χρηματοπιστωτικό σύστημα είχε απορυθμιστεί εντελώς. Όπως και ο Roosvelt, έτσι και ο Ομπάμα προτείνει την εφαρμογή κανονισμών λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Δεν κάνει τίποτα όμως ώστε να εμποδίσει την ανατροπή αυτών των κανονισμών στο μέλλον. Αντίθετα μάλιστα με τις χρηματοδοτήσεις τρισεκατομμυρίων επιτρέπει στους ίδιους ανθρώπους που δημιούργησαν την κρίση να επιχειρήσουν την απορύθμιση όταν τους δοθεί η ευκαιρία στο μέλλον.
Μία λογική λύση στην κρίση πρέπει να παίρνει υπόψη της τα μαθήματα του παρελθόντος. Οι κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις της οικονομίας και η ρύθμιση του οικονομικού συστήματος είναι αναγκαίες αλλά όχι ικανές συνθήκες για την αποφυγή παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον. Επιπρόσθετα χρειάζεται να εξασφαλιστεί η διατήρηση των κανονισμών. Δεν πρέπει να δίνεται η δυνατότητα ανατροπής των κανονισμών σε αυτούς που εναντιώνονται σε τέτοιες πρακτικές. Οι διοικητές των επιχειρήσεων πρέπει να στερηθούν την ικανότητα ανατροπής των ρυθμίσεων, οι οποίες αποβλέπουν στη χρήση της οικονομίας προς όφελος της κοινωνίας. Προϋπόθεση για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή στις αποφάσεις των επιχειρήσεων. Έτσι η οποιαδήποτε προσπάθεια απορρύθμισης της οικονομίας από πλευράς των επιχειρήσεων θα μπορεί να αποτρέπεται. Οι εργαζόμενοι θα έχουν την δυνατότητα να συμμετέχουν αναλογικά στα κέρδη των επιχειρήσεων, τα οποία θα χρησιμοποιούνται, όχι για να ανατρέψουν τις ρυθμίσεις, αλλά για να τις διατηρήσουν και να τις βελτιώσουν προς όφελος του κοινού καλού.
Η πρόταση αυτή ουσιαστικά εκδημοκρατίζει την διαχείριση των επιχειρήσεων. Δίνει τη δυνατότητα στην πλειοψηφία των εργαζομένων μιας επιχείρησης να αποφασίζει τι και πως θα παράγεται από την επιχείρηση και πως θα επενδύονται τα κέρδη της. Ένας τέτοιος εκδημοκρατισμός των επιχειρήσεων όχι μόνο μπορεί να είναι απάντηση στην κρίση αλλά μπορεί επίσης να προωθήσει τον εκδημοκρατισμό και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής. Επιπλέον, η επιθυμία των εργαζομένων για ασφαλή, ενδιαφέρουσα και καλοπληρωμένη εργασία θα πραγματοποιηθεί.
Στο σημερινό καπιταλιστικό σύστημα οι εργοδότες αποτελούνται από τα υψηλόβαθμα στελέχη και από τους βασικούς μετόχους της εταιρίας. Κατέχουν την δύναμη, τα κίνητρα και τους οικονομικούς πόρους όχι μόνο να δημιουργούν κρίσεις αλλά και να αντιστέκονται στις πολιτικές επίλυσης των κρίσεων αυτών. Το σύστημα αυτό είναι η βασική αιτία της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των προβλημάτων που αυτή προκαλεί. Είναι εδώ και καιρό απαρχαιωμένο και η αλλαγή του είναι ανάγκη επιτακτική.
Richard Wolff
www.rdwolff.com, 26 Απριλίου, 2010
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης 19 Ιουνίου, 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Monday, June 7, 2010
Monday, May 31, 2010
Σεβασμός στο Ολοκαύτωμα
του Χάουαρντ Ζιν
Με αφορμή την δολοφονική επίθεση του Ισραηλινού ναυτικού στο “στόλο της ελευθερίας” που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στην Λωρίδα της Γάζας ένα άρθρο του Χάουαρντ Ζιν σχετικά με τη σημασία του Ολοκαυτώματος και με τον τρόπο που χρησιμοποιείτε από ιδιώτες και κυβερνήσεις. Φωνές σαν και αυτές του Ζιν είναι σήμερα παραπάνω από απαραίτητες. Παρά την εβραϊκή του καταγωγή αντιμετωπίζει το ζήτημα με εξαιρετική νηφαλιότητα και αναδεικνύει την τεράστια σημασία του Ολοκαυτώματος στην αντίσταση κατά πρακτικών σαν αυτές που είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια της ζωής των ακτιβιστών του “Στόλου της Ελευθερίας”.
Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν δίδασκα στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, μία εβραϊκή οργάνωση μου ζήτησε να δώσω μία ομιλία για το Ολοκαύτωμα. Η πρόσκληση έγινε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 80, τότε που η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστήριζε τις τυραννικές κυβερνήσεις στην Κεντρική Αμερική. Αποδέχτηκα την πρόσκληση αλλά αντί να μιλήσω για την γενοκτονία των 6 εκατομμυρίων Εβραίων κατά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο μίλησα για τους χιλιάδες νεκρούς αγρότες στην Γουατεμάλα και το Ελ Σαλβαδόρ.
Η κίνηση μου αυτή είχε ο σκοπό να γίνει κατανοητό από μερικούς ότι το Ολοκαύτωμα δεν θα πρέπει να απομονώνεται από άλλες παρόμοιες βαρβαρότητες που λαμβάνουν χώρα κατά την ιστορία. Η ανάμνηση του Ολοκαυτώματος δεν έχει κανένα απολύτως σκοπό αν δεν χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθούν παρόμοιες πρακτικές στο παρόν και στο μέλλον.
Μερικές μέρες αργότερα έλαβα ένα γράμμα από κάποιο μέλος του ακροατηρίου της ομιλίας μου, που υποστήριζε ότι η ενέργεια μου ήταν απαράδεκτη. Δήλωνε με οργή ότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα μεμονωμένο γεγονός της Ιστορίας και πως δεν θα έπρεπε να συσχετίζεται με άλλα γεγονότα.
Το παραπάνω γεγονός επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας το βιβλίο του Peter Novick, “Το Ολοκαύτωμα στην Αμερικάνικη Καθημερινότητα” (Houghton Mifflin, 1999). Το βασικό ερώτημα που απασχολεί τον Novick είναι γιατί το Ολοκαύτωμα παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στην Αμερικάνικη πραγματικότητα 50 χρόνια μετά, ενώ δεν συνέβαινε το ίδιο τις πρώτες δεκαετίες μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο.
Φυσικά η αξία της μνήμης του Ολοκαυτώματος είναι αδιαμφισβήτητη και η Ναζιστική τρομοκρατία κατά των Εβραίων δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί. Παρολ' αυτά η μνήμη αυτή στα θύματα του Ολοκαυτώματος έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών και πολιτικών συμφερόντων. Κάποιοι φανατικοί θρησκόληπτοι χρησιμοποιούν το Ολοκαύτωμα με σκοπό να εμποδίσουν τους μικτούς γάμους μεταξύ Εβραίων και “αλλόθρησκων”. Οι σιωνιστές του Ισραήλ χρησιμοποιούν το Ολοκαύτωμα μετά τον πόλεμο του 1967 για να δικαιολογήσουν τις βαρβαρότητες και την επεκτατική πολιτική του Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει το Ολοκαύτωμα για να μαζέψουν ψήφους από τις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο.
Οποιοσδήποτε έχει πάρει στα σοβαρά τη φράση “Ποτέ Ξανά” θα πρέπει να αναρωτηθεί – καθώς παρακολουθεί τις φρικαλεότητες της εποχής μας – πια είναι η ουσιαστική της σημασία. Ως ιστορικός μπορώ είμαι σίγουρος πως η μελέτη της ιστορίας (και η αντιμετώπιση γεγονότων σαν το Ολοκαύτωμα ως μεμονωμένα) δεν έχει καμία απολύτως σημασία σε περίπτωση που δε συνδεθούν με το παρόν και το μέλλον. Η ιστορική αξία του Ολοκαυτώματος έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία για τον τερματισμό παρόμοιων πρακτικών στο μέλλον. Οποιοσδήποτε θέλει να τιμήσει την μνήμη των 6 εκατομμυρίων Εβραίων που είχαν τραγικό τέλος θα πρέπει να εναντιωθεί σθεναρά σε οποιαδήποτε παρόμοια πρακτική. Όταν οι Εβραίοι απομονώνουν την ιστορία τους και γυρίζουν την πλάτη σε σημερινά παρόμοια γεγονότα πράττουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο έπραξε και η διεθνής κοινότητα στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος.
Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων υπάρχουν πολλά στην σύγχρονη ιστορία. Σε πολλές περιπτώσεις διάφορες εβραϊκές οργανώσεις αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την γενοκτονία των Αρμενίων, πολλές φορές με γελοία επιχειρήματα. Για παράδειγμα στην περίπτωση του Μουσείου του Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον, οι υπεύθυνοι του μουσείου αναγκάστηκαν μετά από πιέσεις (και της ισραηλινής κυβέρνησης) να μην συμπεριλάβουν την γενοκτονία των Αρμενίων στα περιεχόμενα του μουσείου. Μία άλλη παρόμοια περίπτωση είναι αυτή του Elie Wiesel, προέδρου της επιτροπής Ολοκαυτώματος της κυβέρνησης Κάρτερ, ο οποίος αρνήθηκε να συμπεριλάβει στην περιγραφή του Ολοκαυτώματος τα εκατομμύρια μη-Εβραίων θυμάτων της Ναζιστικής βαρβαρότητας. Η δικαιολογία ήταν ότι δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε άλλες εθνότητες να κλέψουν την ιστορία μας.
Το περιχαράκωμα του Ολοκαυτώματος και η αντιμετώπιση του ως αποκλειστικά εβραϊκό ζήτημα αποτελεί άρνηση της ιδέας ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος και θρησκείας έχουν δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ευτυχίας. Η σχέση του Ολοκαυτώματος με την εβραϊκή ιστορία είναι φυσικά μοναδική. Το Ολοκαύτωμα όμως παρουσιάζει τεράστιες ομοιότητες και με άλλα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Οι σφαγές στην Ρουάντα, η λιμοκτονία στην Σομαλία, τα εκτελεστικά αποσπάσματα στην Λατινική Αμερική και το αποδεκάτισμα του πληθυσμού του Ανατολικού Τιμόρ είναι μερικά παραδείγματα βαρβαρότητας, στην οποία η διεθνής κοινότητα έχει επίδειξη ακριβώς την ίδια αδιαφορία με αυτή στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος. Επιπλέον, δέκα εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από έλλειψη τροφής. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας εκτιμά ότι τρία εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν πέρυσι από φυματίωση, η οποία είναι θεραπεύσιμη εδώ και χρόνια. Οι θάνατοι αυτοί θα μπορούσαν να αποφευχθούν με μικρές περικοπές των στρατιωτικών δαπανών παγκοσμίως.
Επιδίωξη μου είναι, όχι να μειώσω τη σημασία του Ολοκαυτώματος αλλά αντίθετα να την διευρύνω. Για τους Εβραίους αυτό θα σήμαινε να επαναφέρουν την παράδοση του εβραϊκού διεθνούς ανθρωπισμού και να αντισταθούν στον εθνικισμό της Ισραηλινής κυβέρνησης. Η φωνή της λογικής υπάρχει μα πρέπει να γίνει δυνατότερη στο εσωτερικό του Ισραήλ. Για τους υπόλοιπους λαούς που έχουν υπάρξει θύματα παρόμοιων φρικαλεοτήτων σημαίνει να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τις δικές τους ιστορίες, όχι με σκοπό να εναντιωθούν σε άλλα έθνη, αλλά με σκοπό την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών και την αντίσταση σε πρακτικές όπως αυτή του Ολοκαυτώματος.
Η μνήμη του Ολοκαυτώματος μπορεί και πρέπει να εξυπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό. Την αφύπνιση όλων και την αντίσταση σε κάθε είδους βαρβαρότητα, είτε αυτή προέρχεται από τις πολιτικές κυβερνήσεων, είτε είναι αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας.
Howard Zinn
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 31, 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν δίδασκα στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, μία εβραϊκή οργάνωση μου ζήτησε να δώσω μία ομιλία για το Ολοκαύτωμα. Η πρόσκληση έγινε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 80, τότε που η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστήριζε τις τυραννικές κυβερνήσεις στην Κεντρική Αμερική. Αποδέχτηκα την πρόσκληση αλλά αντί να μιλήσω για την γενοκτονία των 6 εκατομμυρίων Εβραίων κατά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο μίλησα για τους χιλιάδες νεκρούς αγρότες στην Γουατεμάλα και το Ελ Σαλβαδόρ.
Η κίνηση μου αυτή είχε ο σκοπό να γίνει κατανοητό από μερικούς ότι το Ολοκαύτωμα δεν θα πρέπει να απομονώνεται από άλλες παρόμοιες βαρβαρότητες που λαμβάνουν χώρα κατά την ιστορία. Η ανάμνηση του Ολοκαυτώματος δεν έχει κανένα απολύτως σκοπό αν δεν χρησιμοποιηθεί για να αποφευχθούν παρόμοιες πρακτικές στο παρόν και στο μέλλον.
Μερικές μέρες αργότερα έλαβα ένα γράμμα από κάποιο μέλος του ακροατηρίου της ομιλίας μου, που υποστήριζε ότι η ενέργεια μου ήταν απαράδεκτη. Δήλωνε με οργή ότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα μεμονωμένο γεγονός της Ιστορίας και πως δεν θα έπρεπε να συσχετίζεται με άλλα γεγονότα.
Το παραπάνω γεγονός επανήλθε στη μνήμη μου διαβάζοντας το βιβλίο του Peter Novick, “Το Ολοκαύτωμα στην Αμερικάνικη Καθημερινότητα” (Houghton Mifflin, 1999). Το βασικό ερώτημα που απασχολεί τον Novick είναι γιατί το Ολοκαύτωμα παίζει τόσο σημαντικό ρόλο στην Αμερικάνικη πραγματικότητα 50 χρόνια μετά, ενώ δεν συνέβαινε το ίδιο τις πρώτες δεκαετίες μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο.
Φυσικά η αξία της μνήμης του Ολοκαυτώματος είναι αδιαμφισβήτητη και η Ναζιστική τρομοκρατία κατά των Εβραίων δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί. Παρολ' αυτά η μνήμη αυτή στα θύματα του Ολοκαυτώματος έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα τις τελευταίες δεκαετίες προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών και πολιτικών συμφερόντων. Κάποιοι φανατικοί θρησκόληπτοι χρησιμοποιούν το Ολοκαύτωμα με σκοπό να εμποδίσουν τους μικτούς γάμους μεταξύ Εβραίων και “αλλόθρησκων”. Οι σιωνιστές του Ισραήλ χρησιμοποιούν το Ολοκαύτωμα μετά τον πόλεμο του 1967 για να δικαιολογήσουν τις βαρβαρότητες και την επεκτατική πολιτική του Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι πολιτικοί έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει το Ολοκαύτωμα για να μαζέψουν ψήφους από τις εβραϊκές κοινότητες ανά τον κόσμο.
Οποιοσδήποτε έχει πάρει στα σοβαρά τη φράση “Ποτέ Ξανά” θα πρέπει να αναρωτηθεί – καθώς παρακολουθεί τις φρικαλεότητες της εποχής μας – πια είναι η ουσιαστική της σημασία. Ως ιστορικός μπορώ είμαι σίγουρος πως η μελέτη της ιστορίας (και η αντιμετώπιση γεγονότων σαν το Ολοκαύτωμα ως μεμονωμένα) δεν έχει καμία απολύτως σημασία σε περίπτωση που δε συνδεθούν με το παρόν και το μέλλον. Η ιστορική αξία του Ολοκαυτώματος έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αφετηρία για τον τερματισμό παρόμοιων πρακτικών στο μέλλον. Οποιοσδήποτε θέλει να τιμήσει την μνήμη των 6 εκατομμυρίων Εβραίων που είχαν τραγικό τέλος θα πρέπει να εναντιωθεί σθεναρά σε οποιαδήποτε παρόμοια πρακτική. Όταν οι Εβραίοι απομονώνουν την ιστορία τους και γυρίζουν την πλάτη σε σημερινά παρόμοια γεγονότα πράττουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο έπραξε και η διεθνής κοινότητα στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος.
Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων υπάρχουν πολλά στην σύγχρονη ιστορία. Σε πολλές περιπτώσεις διάφορες εβραϊκές οργανώσεις αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την γενοκτονία των Αρμενίων, πολλές φορές με γελοία επιχειρήματα. Για παράδειγμα στην περίπτωση του Μουσείου του Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον, οι υπεύθυνοι του μουσείου αναγκάστηκαν μετά από πιέσεις (και της ισραηλινής κυβέρνησης) να μην συμπεριλάβουν την γενοκτονία των Αρμενίων στα περιεχόμενα του μουσείου. Μία άλλη παρόμοια περίπτωση είναι αυτή του Elie Wiesel, προέδρου της επιτροπής Ολοκαυτώματος της κυβέρνησης Κάρτερ, ο οποίος αρνήθηκε να συμπεριλάβει στην περιγραφή του Ολοκαυτώματος τα εκατομμύρια μη-Εβραίων θυμάτων της Ναζιστικής βαρβαρότητας. Η δικαιολογία ήταν ότι δεν είναι δυνατόν να επιτρέψουμε άλλες εθνότητες να κλέψουν την ιστορία μας.
Το περιχαράκωμα του Ολοκαυτώματος και η αντιμετώπιση του ως αποκλειστικά εβραϊκό ζήτημα αποτελεί άρνηση της ιδέας ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος και θρησκείας έχουν δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την αναζήτηση της ευτυχίας. Η σχέση του Ολοκαυτώματος με την εβραϊκή ιστορία είναι φυσικά μοναδική. Το Ολοκαύτωμα όμως παρουσιάζει τεράστιες ομοιότητες και με άλλα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Οι σφαγές στην Ρουάντα, η λιμοκτονία στην Σομαλία, τα εκτελεστικά αποσπάσματα στην Λατινική Αμερική και το αποδεκάτισμα του πληθυσμού του Ανατολικού Τιμόρ είναι μερικά παραδείγματα βαρβαρότητας, στην οποία η διεθνής κοινότητα έχει επίδειξη ακριβώς την ίδια αδιαφορία με αυτή στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος. Επιπλέον, δέκα εκατομμύρια παιδιά πεθαίνουν κάθε χρόνο από έλλειψη τροφής. Ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας εκτιμά ότι τρία εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν πέρυσι από φυματίωση, η οποία είναι θεραπεύσιμη εδώ και χρόνια. Οι θάνατοι αυτοί θα μπορούσαν να αποφευχθούν με μικρές περικοπές των στρατιωτικών δαπανών παγκοσμίως.
Επιδίωξη μου είναι, όχι να μειώσω τη σημασία του Ολοκαυτώματος αλλά αντίθετα να την διευρύνω. Για τους Εβραίους αυτό θα σήμαινε να επαναφέρουν την παράδοση του εβραϊκού διεθνούς ανθρωπισμού και να αντισταθούν στον εθνικισμό της Ισραηλινής κυβέρνησης. Η φωνή της λογικής υπάρχει μα πρέπει να γίνει δυνατότερη στο εσωτερικό του Ισραήλ. Για τους υπόλοιπους λαούς που έχουν υπάρξει θύματα παρόμοιων φρικαλεοτήτων σημαίνει να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τις δικές τους ιστορίες, όχι με σκοπό να εναντιωθούν σε άλλα έθνη, αλλά με σκοπό την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών και την αντίσταση σε πρακτικές όπως αυτή του Ολοκαυτώματος.
Η μνήμη του Ολοκαυτώματος μπορεί και πρέπει να εξυπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό. Την αφύπνιση όλων και την αντίσταση σε κάθε είδους βαρβαρότητα, είτε αυτή προέρχεται από τις πολιτικές κυβερνήσεων, είτε είναι αποτέλεσμα της αδιαφορίας μας.
Howard Zinn
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 31, 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Wednesday, May 19, 2010
Άνθρωποι κατά Τραπεζών
του Michael Hudson
Οι οικονομικοί κύκλοι της Αμερικής χρησιμοποιούν το παράδειγμα της Ελληνικής κρίσης και της ομοιότητες της Ελληνικής οικονομίας με αυτή των ΗΠΑ επιδιώκοντας της μείωση των δημοσίων δαπανών στις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά οι Έλληνες διαδηλωτές αντιστέκονται στην μείωση των δημοσίων δαπανών και στην βαριά φορολόγηση των εργαζομένων υποστηρίζοντας ότι οι θυσίες τους γίνονται προς όφελος των ελληνικών και ξένων τραπεζών.
Οι Έλληνες διαδηλωτές έχουν απόλυτο δίκαιο. Στην πραγματικότητα η χρηματοδότηση της Ελλάδας από την ΕΕ δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σχέδιο το οποίο θα εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να ξεπληρώσει τα δάνεια (ομόλογα) που πήρε τους τελευταίους μήνες με απαράδεκτα υψηλά επιτόκια (μετά τις συνεχές υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τα χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα αξιολόγησης).
Το κόστος του απαράδεκτου αυτού δανεισμού καλούνται να πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι (και οι Ευρωπαίοι) με αύξηση της φορολογίας, μείωση των μισθών, ξεπούλημα του δημοσίου τομέα κλπ. Οι κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων (τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις) θα εξασφαλίσουν τα κέρδη τους και τα μπόνους των υψηλόβαθμων στελεχών τους. Συνάμα η χρεοκοπία της Ελλάδας δεν είναι σίγουρο ότι θα αποφευχθεί αλλά μέχρι αυτό να γίνει οι “επενδυτές” θα έχουν μετατρέψει τους τόκους των δανείων σε σταθερά κεφάλαια (γη, ιδιοκτησία και ελληνικές επιχειρήσεις του δημοσίου).
Οι τραπεζικοί κύκλοι γνωρίζουν ότι το παιχνίδι της κερδοφορίας φτάνει στο τέλος του. Πολύ σύντομα δεν θα υπάρχουν χρήματα για την αποπληρωμή των δανείων, αφού το ελληνικό κράτος πιθανότατα θα αναγκαστεί τελικά να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος του. Γι' αυτό το λόγο, προωθούν τα μέτρα λιτότητας, τα οποία θα τους προσφέρουν άμεσο κέρδος. Λιγότερα χρήματα σε δημόσιες δαπάνες και υψηλότεροι φόροι σημαίνει περισσότερα χρήματα για να ξεπληρώσει η Ελλάδα τα χρέη της.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάποιος πρέπει να ελέγχει της κυβερνήσεις. Ξέρουν ότι αν η κυβέρνηση δεν ελέγχεται από το λαό (το δήμο) θα ελεγχθεί από οικονομικά συμφέροντα. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό γίνεται για να εξασφαλιστούν τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών (κυρίως γερμανικών και γαλλικών) που κατέχουν ελληνικά ομόλογα. Τα κέρδη αυτά εξασφαλίζονται από τα μέτρα λιτότητας που προτείνονται από το ΔΝΤ και περιλαμβάνουν περικοπές μισθών και δημοσίων δαπανών, αύξηση φόρων και ορίων συνταξιοδότησης και τελικά καταδικάζουν την εγχώρια οικονομία σε μακροχρόνια ύφεση.
Το σκηνικό αυτό δεν είναι άγνωστο στην Ευρώπη. Πριν η Ελλάδα γίνει βορά του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και του ΔΝΤ, οι χώρες της Βαλτικής (Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία), η Ισλανδία, η Αργεντινή και διάφορες χώρες της Νότιο – Ανατολικής Ασίας αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν παρόμοια μέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η βύθιση των οικονομιών αυτών σε ύφεση και η διεύρυνση της φτώχειας. Σε πολλές περιπτώσεις όμως υπήρχε αντίδραση. Στην Λετονία η κυβέρνηση έπεσε μετά από την ισχυρή αντίδραση της κοινωνίας. Στην Ισλανδία έγινε δημοψήφισμα, το οποίο οδήγησε σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους, ενώ η Αργεντινή αρνήθηκε την αποπληρωμή του χρέους της και οι διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωσή του συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Η ελληνική κρίση και ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους φανερώνει την αλλοίωση του ευρωπαϊκού οράματος. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, τουλάχιστον πριν τις συνθήκες του Μάαστριχ και της Λισαβόνας ήταν η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των κοινωνιών της Ευρώπης και όχι η επιβολή μέτρων λιτότητας παρόμοια αυτών που επιβάλλονται στις χώρες του τρίτου κόσμου. Αυτό που όμως παρατηρείτε είναι η μετατόπιση της εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής) από της εθνικές κυβερνήσεις και το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και στα οικονομικά συμφέροντα που κατευθύνουν και ελέγχουν οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ.
Αυτό που βασικά παρατηρείτε στο οικονομικό προσκήνιο είναι ένας κοινωνικός πόλεμος. Κοινωνικός πόλεμος όχι της μορφής της πάλης των τάξεων που παρουσιαζόταν κατά τον 19ο αιώνα, αλλά ένας πόλεμος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου εναντίον ολόκληρων κοινωνιών. Εναντίον της βιομηχανίας, της ακίνητης περιουσίας, των κυβερνήσεων και τελικά εναντίον και των εργαζομένων. Η Ελλάδα έχει γίνει τους τελευταίους μήνες το πεδίο μάχης μεταξύ των οικονομικών αυτών συμφερόντων.
Αντίθετα με την περίπτωση της Λετονίας και της Ισλανδίας η Ελλάδα δεν έχει την επιλογή να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της στο δικό της νόμισμα. Είναι παγιδευμένη στην χρήση του ευρώ και οι αποφάσεις παίρνονται σε μεγάλο βαθμό από τους οργανισμούς της ΕΕ όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Τόσο η Ισλανδία και η Λετονία όσο και η Ελλάδα αποτελούν θύματα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης εναντίον των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή εφαρμόστηκαν στις δυτικές κοινωνίες πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης όπως για παράδειγμα η φορολογία εσόδων από την κατοχή γης, μετοχών και ομολόγων. Επίσης, η οργάνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα έγινε με βάση την οικονομική πρόοδο της κοινωνίας στο σύνολό της, Η περίοδος αυτή ακολουθήθηκε από την περίοδο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο όπου προοδευτικές πολιτικές φορολόγησης είχαν ως αποτέλεσμα την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την οικονομική ανάπτυξη πολλών χωρών της δυτικής Ευρώπης. Παρόλα αυτά οι περισσότερες χώρες αντέστρεψαν την πολιτική τους κατά τη δεκαετία του 80 (Θάτσερ, Ρέιγκαν). Η φορολόγηση έγινε ελαστικότερη με αποτέλεσμα τεράστια κεφάλαια να μετατοπιστούν προς τις τράπεζες, οι οποίες απέκτησαν μεγαλύτερη ικανότητα δανεισμού που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές των ακινήτων.
Η αξία των κατοικιών και εταιρικών κτηρίων, αλλά και η αξία των ίδιων των εταιρειών κατέληξαν να καθορίζονται από το τραπεζικό κεφάλαιο και από την ικανότητα του να δανείζει. Επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές προωθούσαν φοροαπαλλαγές στις περιπτώσεις όπου κάποιος δανειζόταν. Έτσι ο πληθυσμός άρχισε να δανείζεται όλο και περισσότερο για να αποφύγει την φορολόγηση. Τα στεγαστικά δάνεια έδιναν και έπαιρναν, όπως επίσης και τα δάνεια για την ανάπτυξη επιχειρήσεων. Το χρέος αυτό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της κερδοσκοπίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (όσα περισσότερα δάνεια τόσο περισσότερο το κέρδος για τις τράπεζες) καλούνται τώρα να το πληρώσουν οι εργαζόμενοι. Βασικά η αιτία που οδήγησε τα κράτη σε υπερχρέωση είναι ότι για σχεδόν τρεις δεκαετίες εφαρμόστηκαν πολιτικές φοροαπαλλαγών τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε εταιρικά δάνεια. Τα τελευταία άλλωστε επέτρεπαν και τα εξαιρετικά μπόνους των υψηλόβαθμων στελεχών.
Ακολουθώντας τις δυτικές κυβερνήσεις στην παραπάνω πολιτική (μεταφορά του δημοσιονομικού βάρους από το κεφάλαιο στην εργασία), η Ελληνική κυβέρνηση είναι σήμερα πολιτικά ανίκανη να επιχειρήσει μια δίκαιη φορολόγηση. Από την πλευρά τους οι νεοφιλελεύθεροι κατηγορούν τις κυβερνήσεις για το ότι δεν πούλησαν αρκετό από το δημόσιο πλούτο για να αναπληρώσουν το κενό που δημιούργησε η έλλειψη φορολόγησης. Η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας των φοροαπαλλαγών οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποφέρουν αρκετό κέρδος στο κράτος. Επιπλέον το κράτος χάνει μία σημαντική πηγή εσόδων ενώ οι πολίτες του κράτους συνεχίζουν να πληρώνουν για τις υπηρεσίες τους ιδιώτες.
Η Ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την έλλειψη εσόδων από τη φορολόγηση εξέδωσε ομόλογα. Οι αγοραστές των ομολόγων αυτών (κυρίως η Γερμανικές τράπεζες) απαιτούν τώρα την αποπληρωμή τους. Το βάρος θα πέσει φυσικά στους Έλληνες εργαζομένους. Ο συνήθης τρόπος για να γίνει αυτό είναι η μείωση μισθών, η αύξηση της φορολογίας σε αγαθά πρώτης ανάγκης (ΦΠΑ), η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και φυσικά οι ιδιωτικοποιήσεις.
Οι διαδηλώσεις στην Ελλάδα ξεκίνησαν διότι οι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν αυτό που τα ΜΜΕ πολύ επιμελώς αποκρύπτουν. Καταλαβαίνουν ότι οι αυξήσεις των μισθών έχουν σταματήσει (πράγμα που στις ΗΠΑ συμβαίνει από το 1979) και πως η αγοραστική τους δύναμη έχει μειωθεί δραστικά. Καταλαβαίνουν ότι η απόκτηση πρώτης κατοικίας απαιτεί την πολύχρονη (πολύ συχνά μια ολόκληρη ζωή) χρέωση στις τράπεζες. Καταλαβαίνουν ότι οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες κέρδισαν πολιτική ελευθερία με τίμημα την οικονομική τους εξάρτηση από το δυτικό – ευρωπαϊκό κεφάλαιο, το οποίο εξαγοράζει το δημόσιο πλούτο και υπερχρεώνει τον πληθυσμό με όλο και περισσότερα δάνεια.
Οι κάτοχοι των ομολόγων και οι κερδοσκόποι των χρηματοπιστωτικών ινστιτούτων απαιτούν τώρα την βοήθεια της ΕΕ, των ΗΠΑ και του ΔΝΤ με σκοπό να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους πριν η χρηματοπιστωτική φούσκα σκάσει για ακόμα μία φορά. Η αποπληρωμή των χρεών μπορεί να γίνει πιο γρήγορα όταν ολόκληρες οικονομίες βυθίζονται στην ύφεση με τη χρήση μέτρων λιτότητας τύπου ΔΝΤ. Η ανεργία θα αυξηθεί και τα κράτη θα βυθιστούν ακόμα πιο πολύ στο χρέος, αφού η ύφεση θα περιορίσει τα έσοδα τόσο από τη φορολογία όσο και από την έλλειψη ικανότητας εξαγωγών.
Στο πολιτικό επίπεδο η μάχη των διαδηλωτών γίνεται για να παραμείνει η Ελλάδα αυτόνομο κράτος. Ο κλασικός ορισμός του κράτους ή της κυβέρνησης περιλαμβάνει την ικανότητα του κράτους να εισπράττει φόρους και να εκδίδει χρήμα. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας η δημοσιονομική πολιτική έχει περάσει στα χέρια της ΕΕ και του ΔΝΤ, οι οποίοι αναγκάζουν την Ελλάδα να παραβιάσει την Πρωταρχική Οδηγία (Prime Directive) κάθε κυβέρνησης : να δρα με σκοπό το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον. Αντίθετα η Ελληνική κυβέρνηση δρα με γνώμονα το κέρδος του τραπεζικού κεφαλαίου.
Το βασικό ζήτημα είναι κατά πόσο τα έθνη θα διοικούνται από τους πιστωτές τους ή από δημοκρατικές διαδικασίες και με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη τους. Η ολιγαρχία πιέζει την ΕΕ και το ΔΝΤ να δανειοδοτήσει την Ελλάδα με σκοπό να χρηματοδοτηθούν οι ξένες τράπεζες και οι κάτοχοι ομολόγων και με σκοπό να μην αναγκαστεί η Ελλάδα να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Τα λεφτά θα δοθούν άμεσα στους κατόχους ομολόγων και το χρέος θα πληρωθεί μακροπρόθεσμα με την φορολόγηση της εργασίας και τη μείωση των μισθών. Και όλα αυτά διότι η Ελληνική κυβέρνηση δεν φορολόγησε αρκετά τους πλούσιους. Η κυβερνητική πολιτική λοιπόν μετατοπίζεται από την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση στην ΕΕ και το ΔΝΤ, οι οποίοι δρουν κατ' εντολή του διεθνές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι γραφειοκράτες της ΕΕ και του ΔΝΤ δεν εκλέγονται από κανένα. Και σε περίπτωση όπου το σχέδιο τους στεφθεί με επιτυχία το κοινωνικό κεφάλαιο της Ελλάδας θα απογυμνωθεί και η κοινωνική δημοκρατία θα καταρρεύσει.
Την Κυριακή 9 Μαΐου οι Γερμανοί ψηφοφόροι τιμώρησαν του χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ, οι οποίοι αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν τους Γερμανούς τραπεζίτες (μέσω της χρηματοδότησης της Ελλάδας). Το κόμμα των χριστιανοδημοκρατών κέρδισε μόλις το ένα τρίτο στις εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Πολλοί από τους Γερμανούς ψηφοφόρους αναρωτιούνται κατά πόσο χριστιανικό είναι να προωθείς την τοκογλυφία των τραπεζών και κατά πόσο δίκαιο είναι να αφαιρείς 30 δισεκατομμύρια δολάρια από τους Γερμανούς φορολογούμενους για τη χρηματοδότηση των Γερμανικών τραπεζών, οι οποίες κάθε άλλο παρά δημοφιλής είναι στην Γερμανική κοινωνία.
Το οικονομικό ευρωπαϊκό λόμπι χρησιμοποίησε την κρίση ως ευκαιρία για να προωθήσει μία σειρά από χρηματοδοτήσεις που έμμεσα καταλήγουν στο τραπεζικό κεφάλαιο. Για τις Σουηδικές και Αυστριακές τράπεζες η ΕΕ επέτρεψε επέκταση της βοήθειας προς την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Λετονία κατά 60 δισεκατομμύρια ευρώ. Η βοήθεια αυτή χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει το ισοζύγιο πληρωμών των κρατών προς τις τράπεζες. Το ίδιο συμβαίνει τώρα με την Ελλάδα και της Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες. Για να υπερβούν τις Ευρωπαϊκές συνθήκες οι κυβερνήσεις της ΕΕ χρησιμοποίησαν το άρθρο 122.2 της ευρωπαϊκής συνθήκης, το οποίο επιτρέπει απευθείας δάνεια σε κράτη κάτω από "εξαιρετικές περιπτώσεις".
Αν υποθέσουμε ότι η κυρία Μέρκελ αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της οικονομίας, τότε θα πρέπει να την κατηγορήσουμε για ψευδή δηλώσεις. Το πρόβλημα των χωρών της Βαλτικής είναι δομικό και χρόνιο και όχι “εξαιρετική περίπτωση”. Η κύρια Μέρκελ θα πρέπει να γνωρίζει ότι δρα παραπλανητικά όταν υποστηρίζει ότι βοηθά την Λετονία με την επέκταση των δανείων, τα οποία χρησιμοποιούνται για αποπληρωμή χρεών και όχι για εσωτερική οικονομική ανάπτυξη. Με αυτό τον τρόπο, η Λετονία οδηγείτε στην χρόνια ύφεση με σκοπό να δοθεί χρόνος στις Σουηδικές τράπεζες να αρπάξουν όσα περισσότερα μπορούν από τις πληρωμές των δανείων.
Είναι όμως ικανή η μετακίνηση των Γερμανών ψηφοφόρων προς τα αριστερά για να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων? Αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, Γιώργος Παπανδρέου έχει πέσει στην παγίδα παρόλο που είναι και ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής διεθνούς, η απάντηση μάλλον είναι αρνητική. Η ερώτηση λοιπόν είναι κατά πόσο η Ελλάδα είναι καταδικασμένη σε μείωση των δημοσίων δαπανών, σε αύξηση της ανεργίας και τελικά σε διεύρυνση της φτώχειας, κατάσταση που είναι πλέον πραγματικότητα στης χώρες της Βαλτικής. Οι χώρες αυτές αποτέλεσαν θύμα ενός νεοφιλελεύθερου πειράματος και σε περίπτωση που η Ελλάδα αποδειχθεί το επόμενο θύμα τότε σύντομα θα γίνουμε μάρτυρες ενός κύματος μετανάστευσης Ελλήνων, όπως ακριβώς έγινε και στην περίπτωση των χωρών της Βαλτικής.
Η αντίδραση των χρηματιστηρίων μετά την ανακοίνωση της χρηματοδότησης ύψους 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ήταν φυσικά θετική. Αυτό που στην πραγματικότητα χρηματοδοτήθηκε είναι ικανότητα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να κυβερνά. Η μάχη όμως δεν έχει ακόμη τελειώσει. Θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια γιατί απλούστατα είναι μία προσπάθεια αλλοίωσης των κεκτημένων του 19ου και 20ου αιώνα, κατά τους οποίους ο κοινωνικός έλεγχος των οικονομικών συμφερόντων και της μεγάλης ιδιοκτησίας περιορίστηκε εφαρμόζοντας πολιτικές προοδευτικής φορολόγησης και δημοσίων δαπανών.
Είναι άραγε αυτή η πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ο δυτικός πολιτισμός, όπου οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις ελέγχονται από ολιγαρχίες, τη δύναμη των οποίων οι μεταρρυθμιστές του 19ου προσπάθησαν (και πέτυχαν) να μειώσουν προς όφελος της δημοκρατίας? Η κλασική πολιτική οικονομία ήταν ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα με βάση του οποίου η δύναμη των πιστωτών (γαιοκτημόνων, τραπεζιτών κλπ) περιοριζόταν με τη χρήση αναδιανεμητικής φορολόγησης. Ο John Maynard Keynes χαρακτηριστικά ονόμασε τις μεταρρυθμίσεις αυτές ως “η ευθανασία των πιστωτών”. Δυστυχώς οι πιστωτές επανήλθαν με νέες δυνάμεις. Κατασυκοφάντησαν την σοσιαλδημοκρατία και τον δημόσιο έλεγχο αποκαλώντας τα ως ο “δρόμος προς τη δουλοπαροικία”. Αντ' αυτού επιχειρούν να οδηγήσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες στο δρόμο της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης μέσω του χρέους. Χρησιμοποιούν οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΕΚΤ για να αποκτήσουν το έλεγχο στις δημοσιονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων, με σκοπό την μετατόπιση των ευθυνών από τις οικονομικές ολιγαρχίες στους εργαζομένους. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η μεταφορά ευθύνης στους εργαζομένους είναι να επανακτηθεί ο κοινωνικός έλεγχος των κυβερνήσεων. Αυτό επιχειρούν οι Έλληνες διαδηλωτές. Το βέβαιο είναι ότι κάποιος πρέπει να ελέγχει τις κυβερνήσεις. Εάν οι δημοκρατικές δυνάμεις αποχωρήσουν από τη μάχη για το έλεγχο αυτό, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο θα αναλάβει τα ηνία της εξουσίας.
Michael Hudson
www.counterpunch.org, May 11, 2010
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 19, 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Οι Έλληνες διαδηλωτές έχουν απόλυτο δίκαιο. Στην πραγματικότητα η χρηματοδότηση της Ελλάδας από την ΕΕ δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σχέδιο το οποίο θα εξασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να ξεπληρώσει τα δάνεια (ομόλογα) που πήρε τους τελευταίους μήνες με απαράδεκτα υψηλά επιτόκια (μετά τις συνεχές υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τα χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα αξιολόγησης).
Το κόστος του απαράδεκτου αυτού δανεισμού καλούνται να πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι (και οι Ευρωπαίοι) με αύξηση της φορολογίας, μείωση των μισθών, ξεπούλημα του δημοσίου τομέα κλπ. Οι κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων (τράπεζες, χρηματοπιστωτικά ινστιτούτα και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις) θα εξασφαλίσουν τα κέρδη τους και τα μπόνους των υψηλόβαθμων στελεχών τους. Συνάμα η χρεοκοπία της Ελλάδας δεν είναι σίγουρο ότι θα αποφευχθεί αλλά μέχρι αυτό να γίνει οι “επενδυτές” θα έχουν μετατρέψει τους τόκους των δανείων σε σταθερά κεφάλαια (γη, ιδιοκτησία και ελληνικές επιχειρήσεις του δημοσίου).
Οι τραπεζικοί κύκλοι γνωρίζουν ότι το παιχνίδι της κερδοφορίας φτάνει στο τέλος του. Πολύ σύντομα δεν θα υπάρχουν χρήματα για την αποπληρωμή των δανείων, αφού το ελληνικό κράτος πιθανότατα θα αναγκαστεί τελικά να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος του. Γι' αυτό το λόγο, προωθούν τα μέτρα λιτότητας, τα οποία θα τους προσφέρουν άμεσο κέρδος. Λιγότερα χρήματα σε δημόσιες δαπάνες και υψηλότεροι φόροι σημαίνει περισσότερα χρήματα για να ξεπληρώσει η Ελλάδα τα χρέη της.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι κάποιος πρέπει να ελέγχει της κυβερνήσεις. Ξέρουν ότι αν η κυβέρνηση δεν ελέγχεται από το λαό (το δήμο) θα ελεγχθεί από οικονομικά συμφέροντα. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό γίνεται για να εξασφαλιστούν τα κεφάλαια των ευρωπαϊκών τραπεζών (κυρίως γερμανικών και γαλλικών) που κατέχουν ελληνικά ομόλογα. Τα κέρδη αυτά εξασφαλίζονται από τα μέτρα λιτότητας που προτείνονται από το ΔΝΤ και περιλαμβάνουν περικοπές μισθών και δημοσίων δαπανών, αύξηση φόρων και ορίων συνταξιοδότησης και τελικά καταδικάζουν την εγχώρια οικονομία σε μακροχρόνια ύφεση.
Το σκηνικό αυτό δεν είναι άγνωστο στην Ευρώπη. Πριν η Ελλάδα γίνει βορά του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και του ΔΝΤ, οι χώρες της Βαλτικής (Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία), η Ισλανδία, η Αργεντινή και διάφορες χώρες της Νότιο – Ανατολικής Ασίας αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν παρόμοια μέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η βύθιση των οικονομιών αυτών σε ύφεση και η διεύρυνση της φτώχειας. Σε πολλές περιπτώσεις όμως υπήρχε αντίδραση. Στην Λετονία η κυβέρνηση έπεσε μετά από την ισχυρή αντίδραση της κοινωνίας. Στην Ισλανδία έγινε δημοψήφισμα, το οποίο οδήγησε σε αναδιαπραγμάτευση του χρέους, ενώ η Αργεντινή αρνήθηκε την αποπληρωμή του χρέους της και οι διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωσή του συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Η ελληνική κρίση και ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίζεται από τους Ευρωπαίους εταίρους φανερώνει την αλλοίωση του ευρωπαϊκού οράματος. Στόχος της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, τουλάχιστον πριν τις συνθήκες του Μάαστριχ και της Λισαβόνας ήταν η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των κοινωνιών της Ευρώπης και όχι η επιβολή μέτρων λιτότητας παρόμοια αυτών που επιβάλλονται στις χώρες του τρίτου κόσμου. Αυτό που όμως παρατηρείτε είναι η μετατόπιση της εξουσίας (πολιτικής, οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής) από της εθνικές κυβερνήσεις και το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών και στα οικονομικά συμφέροντα που κατευθύνουν και ελέγχουν οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ.
Αυτό που βασικά παρατηρείτε στο οικονομικό προσκήνιο είναι ένας κοινωνικός πόλεμος. Κοινωνικός πόλεμος όχι της μορφής της πάλης των τάξεων που παρουσιαζόταν κατά τον 19ο αιώνα, αλλά ένας πόλεμος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου εναντίον ολόκληρων κοινωνιών. Εναντίον της βιομηχανίας, της ακίνητης περιουσίας, των κυβερνήσεων και τελικά εναντίον και των εργαζομένων. Η Ελλάδα έχει γίνει τους τελευταίους μήνες το πεδίο μάχης μεταξύ των οικονομικών αυτών συμφερόντων.
Αντίθετα με την περίπτωση της Λετονίας και της Ισλανδίας η Ελλάδα δεν έχει την επιλογή να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της στο δικό της νόμισμα. Είναι παγιδευμένη στην χρήση του ευρώ και οι αποφάσεις παίρνονται σε μεγάλο βαθμό από τους οργανισμούς της ΕΕ όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Τόσο η Ισλανδία και η Λετονία όσο και η Ελλάδα αποτελούν θύματα της νεοφιλελεύθερης επίθεσης εναντίον των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή εφαρμόστηκαν στις δυτικές κοινωνίες πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης όπως για παράδειγμα η φορολογία εσόδων από την κατοχή γης, μετοχών και ομολόγων. Επίσης, η οργάνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα έγινε με βάση την οικονομική πρόοδο της κοινωνίας στο σύνολό της, Η περίοδος αυτή ακολουθήθηκε από την περίοδο μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο όπου προοδευτικές πολιτικές φορολόγησης είχαν ως αποτέλεσμα την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την οικονομική ανάπτυξη πολλών χωρών της δυτικής Ευρώπης. Παρόλα αυτά οι περισσότερες χώρες αντέστρεψαν την πολιτική τους κατά τη δεκαετία του 80 (Θάτσερ, Ρέιγκαν). Η φορολόγηση έγινε ελαστικότερη με αποτέλεσμα τεράστια κεφάλαια να μετατοπιστούν προς τις τράπεζες, οι οποίες απέκτησαν μεγαλύτερη ικανότητα δανεισμού που με τη σειρά του είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές των ακινήτων.
Η αξία των κατοικιών και εταιρικών κτηρίων, αλλά και η αξία των ίδιων των εταιρειών κατέληξαν να καθορίζονται από το τραπεζικό κεφάλαιο και από την ικανότητα του να δανείζει. Επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές προωθούσαν φοροαπαλλαγές στις περιπτώσεις όπου κάποιος δανειζόταν. Έτσι ο πληθυσμός άρχισε να δανείζεται όλο και περισσότερο για να αποφύγει την φορολόγηση. Τα στεγαστικά δάνεια έδιναν και έπαιρναν, όπως επίσης και τα δάνεια για την ανάπτυξη επιχειρήσεων. Το χρέος αυτό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της κερδοσκοπίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (όσα περισσότερα δάνεια τόσο περισσότερο το κέρδος για τις τράπεζες) καλούνται τώρα να το πληρώσουν οι εργαζόμενοι. Βασικά η αιτία που οδήγησε τα κράτη σε υπερχρέωση είναι ότι για σχεδόν τρεις δεκαετίες εφαρμόστηκαν πολιτικές φοροαπαλλαγών τόσο σε ιδιωτικά όσο και σε εταιρικά δάνεια. Τα τελευταία άλλωστε επέτρεπαν και τα εξαιρετικά μπόνους των υψηλόβαθμων στελεχών.
Ακολουθώντας τις δυτικές κυβερνήσεις στην παραπάνω πολιτική (μεταφορά του δημοσιονομικού βάρους από το κεφάλαιο στην εργασία), η Ελληνική κυβέρνηση είναι σήμερα πολιτικά ανίκανη να επιχειρήσει μια δίκαιη φορολόγηση. Από την πλευρά τους οι νεοφιλελεύθεροι κατηγορούν τις κυβερνήσεις για το ότι δεν πούλησαν αρκετό από το δημόσιο πλούτο για να αναπληρώσουν το κενό που δημιούργησε η έλλειψη φορολόγησης. Η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας των φοροαπαλλαγών οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποφέρουν αρκετό κέρδος στο κράτος. Επιπλέον το κράτος χάνει μία σημαντική πηγή εσόδων ενώ οι πολίτες του κράτους συνεχίζουν να πληρώνουν για τις υπηρεσίες τους ιδιώτες.
Η Ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την έλλειψη εσόδων από τη φορολόγηση εξέδωσε ομόλογα. Οι αγοραστές των ομολόγων αυτών (κυρίως η Γερμανικές τράπεζες) απαιτούν τώρα την αποπληρωμή τους. Το βάρος θα πέσει φυσικά στους Έλληνες εργαζομένους. Ο συνήθης τρόπος για να γίνει αυτό είναι η μείωση μισθών, η αύξηση της φορολογίας σε αγαθά πρώτης ανάγκης (ΦΠΑ), η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και φυσικά οι ιδιωτικοποιήσεις.
Οι διαδηλώσεις στην Ελλάδα ξεκίνησαν διότι οι εργαζόμενοι καταλαβαίνουν αυτό που τα ΜΜΕ πολύ επιμελώς αποκρύπτουν. Καταλαβαίνουν ότι οι αυξήσεις των μισθών έχουν σταματήσει (πράγμα που στις ΗΠΑ συμβαίνει από το 1979) και πως η αγοραστική τους δύναμη έχει μειωθεί δραστικά. Καταλαβαίνουν ότι η απόκτηση πρώτης κατοικίας απαιτεί την πολύχρονη (πολύ συχνά μια ολόκληρη ζωή) χρέωση στις τράπεζες. Καταλαβαίνουν ότι οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες κέρδισαν πολιτική ελευθερία με τίμημα την οικονομική τους εξάρτηση από το δυτικό – ευρωπαϊκό κεφάλαιο, το οποίο εξαγοράζει το δημόσιο πλούτο και υπερχρεώνει τον πληθυσμό με όλο και περισσότερα δάνεια.
Οι κάτοχοι των ομολόγων και οι κερδοσκόποι των χρηματοπιστωτικών ινστιτούτων απαιτούν τώρα την βοήθεια της ΕΕ, των ΗΠΑ και του ΔΝΤ με σκοπό να εξασφαλίσουν τα κέρδη τους πριν η χρηματοπιστωτική φούσκα σκάσει για ακόμα μία φορά. Η αποπληρωμή των χρεών μπορεί να γίνει πιο γρήγορα όταν ολόκληρες οικονομίες βυθίζονται στην ύφεση με τη χρήση μέτρων λιτότητας τύπου ΔΝΤ. Η ανεργία θα αυξηθεί και τα κράτη θα βυθιστούν ακόμα πιο πολύ στο χρέος, αφού η ύφεση θα περιορίσει τα έσοδα τόσο από τη φορολογία όσο και από την έλλειψη ικανότητας εξαγωγών.
Στο πολιτικό επίπεδο η μάχη των διαδηλωτών γίνεται για να παραμείνει η Ελλάδα αυτόνομο κράτος. Ο κλασικός ορισμός του κράτους ή της κυβέρνησης περιλαμβάνει την ικανότητα του κράτους να εισπράττει φόρους και να εκδίδει χρήμα. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας η δημοσιονομική πολιτική έχει περάσει στα χέρια της ΕΕ και του ΔΝΤ, οι οποίοι αναγκάζουν την Ελλάδα να παραβιάσει την Πρωταρχική Οδηγία (Prime Directive) κάθε κυβέρνησης : να δρα με σκοπό το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον. Αντίθετα η Ελληνική κυβέρνηση δρα με γνώμονα το κέρδος του τραπεζικού κεφαλαίου.
Το βασικό ζήτημα είναι κατά πόσο τα έθνη θα διοικούνται από τους πιστωτές τους ή από δημοκρατικές διαδικασίες και με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη τους. Η ολιγαρχία πιέζει την ΕΕ και το ΔΝΤ να δανειοδοτήσει την Ελλάδα με σκοπό να χρηματοδοτηθούν οι ξένες τράπεζες και οι κάτοχοι ομολόγων και με σκοπό να μην αναγκαστεί η Ελλάδα να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Τα λεφτά θα δοθούν άμεσα στους κατόχους ομολόγων και το χρέος θα πληρωθεί μακροπρόθεσμα με την φορολόγηση της εργασίας και τη μείωση των μισθών. Και όλα αυτά διότι η Ελληνική κυβέρνηση δεν φορολόγησε αρκετά τους πλούσιους. Η κυβερνητική πολιτική λοιπόν μετατοπίζεται από την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση στην ΕΕ και το ΔΝΤ, οι οποίοι δρουν κατ' εντολή του διεθνές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι γραφειοκράτες της ΕΕ και του ΔΝΤ δεν εκλέγονται από κανένα. Και σε περίπτωση όπου το σχέδιο τους στεφθεί με επιτυχία το κοινωνικό κεφάλαιο της Ελλάδας θα απογυμνωθεί και η κοινωνική δημοκρατία θα καταρρεύσει.
Την Κυριακή 9 Μαΐου οι Γερμανοί ψηφοφόροι τιμώρησαν του χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ, οι οποίοι αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν τους Γερμανούς τραπεζίτες (μέσω της χρηματοδότησης της Ελλάδας). Το κόμμα των χριστιανοδημοκρατών κέρδισε μόλις το ένα τρίτο στις εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Πολλοί από τους Γερμανούς ψηφοφόρους αναρωτιούνται κατά πόσο χριστιανικό είναι να προωθείς την τοκογλυφία των τραπεζών και κατά πόσο δίκαιο είναι να αφαιρείς 30 δισεκατομμύρια δολάρια από τους Γερμανούς φορολογούμενους για τη χρηματοδότηση των Γερμανικών τραπεζών, οι οποίες κάθε άλλο παρά δημοφιλής είναι στην Γερμανική κοινωνία.
Το οικονομικό ευρωπαϊκό λόμπι χρησιμοποίησε την κρίση ως ευκαιρία για να προωθήσει μία σειρά από χρηματοδοτήσεις που έμμεσα καταλήγουν στο τραπεζικό κεφάλαιο. Για τις Σουηδικές και Αυστριακές τράπεζες η ΕΕ επέτρεψε επέκταση της βοήθειας προς την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη Λετονία κατά 60 δισεκατομμύρια ευρώ. Η βοήθεια αυτή χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει το ισοζύγιο πληρωμών των κρατών προς τις τράπεζες. Το ίδιο συμβαίνει τώρα με την Ελλάδα και της Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες. Για να υπερβούν τις Ευρωπαϊκές συνθήκες οι κυβερνήσεις της ΕΕ χρησιμοποίησαν το άρθρο 122.2 της ευρωπαϊκής συνθήκης, το οποίο επιτρέπει απευθείας δάνεια σε κράτη κάτω από "εξαιρετικές περιπτώσεις".
Αν υποθέσουμε ότι η κυρία Μέρκελ αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της οικονομίας, τότε θα πρέπει να την κατηγορήσουμε για ψευδή δηλώσεις. Το πρόβλημα των χωρών της Βαλτικής είναι δομικό και χρόνιο και όχι “εξαιρετική περίπτωση”. Η κύρια Μέρκελ θα πρέπει να γνωρίζει ότι δρα παραπλανητικά όταν υποστηρίζει ότι βοηθά την Λετονία με την επέκταση των δανείων, τα οποία χρησιμοποιούνται για αποπληρωμή χρεών και όχι για εσωτερική οικονομική ανάπτυξη. Με αυτό τον τρόπο, η Λετονία οδηγείτε στην χρόνια ύφεση με σκοπό να δοθεί χρόνος στις Σουηδικές τράπεζες να αρπάξουν όσα περισσότερα μπορούν από τις πληρωμές των δανείων.
Είναι όμως ικανή η μετακίνηση των Γερμανών ψηφοφόρων προς τα αριστερά για να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων? Αν πάρουμε υπόψη μας ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, Γιώργος Παπανδρέου έχει πέσει στην παγίδα παρόλο που είναι και ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής διεθνούς, η απάντηση μάλλον είναι αρνητική. Η ερώτηση λοιπόν είναι κατά πόσο η Ελλάδα είναι καταδικασμένη σε μείωση των δημοσίων δαπανών, σε αύξηση της ανεργίας και τελικά σε διεύρυνση της φτώχειας, κατάσταση που είναι πλέον πραγματικότητα στης χώρες της Βαλτικής. Οι χώρες αυτές αποτέλεσαν θύμα ενός νεοφιλελεύθερου πειράματος και σε περίπτωση που η Ελλάδα αποδειχθεί το επόμενο θύμα τότε σύντομα θα γίνουμε μάρτυρες ενός κύματος μετανάστευσης Ελλήνων, όπως ακριβώς έγινε και στην περίπτωση των χωρών της Βαλτικής.
Η αντίδραση των χρηματιστηρίων μετά την ανακοίνωση της χρηματοδότησης ύψους 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ήταν φυσικά θετική. Αυτό που στην πραγματικότητα χρηματοδοτήθηκε είναι ικανότητα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου να κυβερνά. Η μάχη όμως δεν έχει ακόμη τελειώσει. Θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια γιατί απλούστατα είναι μία προσπάθεια αλλοίωσης των κεκτημένων του 19ου και 20ου αιώνα, κατά τους οποίους ο κοινωνικός έλεγχος των οικονομικών συμφερόντων και της μεγάλης ιδιοκτησίας περιορίστηκε εφαρμόζοντας πολιτικές προοδευτικής φορολόγησης και δημοσίων δαπανών.
Είναι άραγε αυτή η πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ο δυτικός πολιτισμός, όπου οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις ελέγχονται από ολιγαρχίες, τη δύναμη των οποίων οι μεταρρυθμιστές του 19ου προσπάθησαν (και πέτυχαν) να μειώσουν προς όφελος της δημοκρατίας? Η κλασική πολιτική οικονομία ήταν ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα με βάση του οποίου η δύναμη των πιστωτών (γαιοκτημόνων, τραπεζιτών κλπ) περιοριζόταν με τη χρήση αναδιανεμητικής φορολόγησης. Ο John Maynard Keynes χαρακτηριστικά ονόμασε τις μεταρρυθμίσεις αυτές ως “η ευθανασία των πιστωτών”. Δυστυχώς οι πιστωτές επανήλθαν με νέες δυνάμεις. Κατασυκοφάντησαν την σοσιαλδημοκρατία και τον δημόσιο έλεγχο αποκαλώντας τα ως ο “δρόμος προς τη δουλοπαροικία”. Αντ' αυτού επιχειρούν να οδηγήσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες στο δρόμο της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης μέσω του χρέους. Χρησιμοποιούν οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η ΕΚΤ για να αποκτήσουν το έλεγχο στις δημοσιονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων, με σκοπό την μετατόπιση των ευθυνών από τις οικονομικές ολιγαρχίες στους εργαζομένους. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί η μεταφορά ευθύνης στους εργαζομένους είναι να επανακτηθεί ο κοινωνικός έλεγχος των κυβερνήσεων. Αυτό επιχειρούν οι Έλληνες διαδηλωτές. Το βέβαιο είναι ότι κάποιος πρέπει να ελέγχει τις κυβερνήσεις. Εάν οι δημοκρατικές δυνάμεις αποχωρήσουν από τη μάχη για το έλεγχο αυτό, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο θα αναλάβει τα ηνία της εξουσίας.
Michael Hudson
www.counterpunch.org, May 11, 2010
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 19, 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Sunday, May 9, 2010
Η πτώση της Ελλάδας
της Diana Johnstone
Η ελπίδα σταθερότητας και ευημερίας που διακατείχε τους λαούς της Ευρώπης τα πρώτα χρόνια της οικονομικής ενοποίησης έχει πια ξεφτίσει. Η κρίση χρέους της Ελλάδας και άλλων κρατών του ευρωπαϊκού νότου έχει εξανεμίσει εντελώς τις ψευδαισθήσεις.
Εκτός από την οικονομική κρίση, η κατάσταση στην Ελλάδα έφερε στην επιφάνεια και το κοινωνικό χαρακτήρα της κρίσης στην ΕΕ. Η ευρωπαϊκή ένωση εκτός από οικονομική ένωση υποτίθεται ότι βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Παρόλα αυτά το οικονομικό έλλειμμα της ΕΕ είναι κατά πολύ μικρότερο από το έλλειμμα κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.
Η οικονομική κρίση αποκάλυψε τι γίνεται στην περίπτωση, όπου μία αδύναμη οικονομία της ΕΕ παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Ενώ οι εμπνευστές της ΕΕ υποστήριζαν ότι η ένωση θα ενισχύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ευημερία των λαών, αυτό που παρατηρείται είναι ότι οι οικονομικά ισχυροί προστατεύουν τα συμφέροντα τους σε βάρος των οικονομικά αδυνάτων.
Η κρίση στην Ελλάδα ξέσπασε όταν το περασμένο φθινόπωρο η νεοεκλεγείσα σοσιαλιστική κυβέρνηση αποκάλυψε ότι τα ταμεία του κράτους ήταν άδεια. Η Ελληνική κυβέρνηση, αποκρύπτοντας τα οικονομικά μεγέθη το 2001, κατάφερε να κάνει την Ελλάδα μέλος της Ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες όριζαν ως όρια για την ένταξη στην ευρωζώνη 3% έλλειμμα στον προϋπολογισμό και 60% του ΑΕΠ δημόσιο χρέος. Τα όρια αυτά παραβιάζονται ανοικτά από τις ισχυρές οικονομίες της ΕΕ όπως η Γαλλία χωρίς να δημιουργούνται σκάνδαλα. Αντίθετα μετά την αποκάλυψη ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ελλάδας έφτανε στο 12.7% το 2009 και το εξωτερικό χρέος στο 125% του ΑΕΠ, τεράστιο σκάνδαλο ξέσπασε σε ολόκληρη την ΕΕ.
Φυσικά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συναντήθηκαν για να δηλώσουν της αλληλεγγύη τους στην Ελλάδα. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν, οι οποίες αρχικά είχαν μόνο την μορφή ανακοινώσεων, σκόπευαν αποκλειστικά στην ηρεμία των αγορών. Και αυτό διότι η ανταπόκριση των αγορών στην οικονομική κρίση στην Ελλάδα ήταν άκρως κερδοφορική. Η οικονομική κατάσταση του ελληνικού λαού, που για μια ακόμη φορά θα έπρεπε να υποστεί πολιτικές λιτότητας, δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Οι αγορές για μία ακόμα φορά έδρασαν, όπως άλλωστε αναμενόταν, σύμφωνα με το συμφέρον τους. Προσπάθησαν δηλαδή να κερδίσουν από την άσχημη οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Για παράδειγμα όταν η Ελλάδα προσπάθησε να αγοράσει καινούργια ομόλογα στην αρχή του χρόνου, οι αγορές απαίτησαν το επιτόκιο το ομολόγων να διπλασιαστεί με τη δικαιολογία ότι το ρίσκο η Ελλάδα να μην καταφέρει να ξεπληρώσει το χρέος είναι μεγάλο. Ουσιαστικά δηλαδή έκαναν ακόμα δυσκολότερο για την Ελλάδα να ξεπληρώσει το χρέος της αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Αυτή είναι η λογική της “ελεύθερης αγοράς”.
Αυτό που εννοούσαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες όταν δήλωναν την αλληλεγγύη τους στη Ελλάδα δεν ήταν το ότι θα ενισχύσουν την ελληνική οικονομία, όπως έκαναν με τις τράπεζες τους ένα χρόνο πριν. Εννοούσαν ότι θα επιχειρήσουν να διασφαλίσουν τα λεφτά των τραπεζών εφαρμόζοντας ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας, το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την διεύρυνση της φτώχειας στην Ελλάδα.
Η μορφή των μέτρων λιτότητας είναι πλέον γνωστή. Οι πολιτικές που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ είναι συγκεκριμένες και έχουν επαναληφθεί σε όλες τις χώρες, οι οποίες προσέφυγαν στο μηχανισμό του. Τα μέτρα περιλαμβάνουν περικοπές δημοσίων δαπανών (στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό σημαίνει απολύσεις υπαλλήλων), περικοπές στους μισθούς ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων, αύξηση του συνταξιοδοτικού ορίου ηλικίας, ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, αύξηση των φόρων κλπ. Αποτέλεσμα τέτοιων μέτρων είναι πάντα η άνοδος της ανεργίας και της μετανάστευσης. Στη περίπτωση της Ελλάδας είναι πολύ πιθανό η ανεργία να αυξηθεί από το 9.6% που είναι σήμερα στο 16%. Και όλα αυτά έχουν ως στόχο να μειώσουν το έλλειμμα στο 8.7% πάντα προς ευχαρίστηση της “ελεύθερης αγοράς”.
Εκτός από την ελεύθερη αγορά, από την κατάληξη αυτή επωφελούνται και οι ισχυρές οικονομίες της ΕΕ που επιθυμούν διακαώς να διασφαλίσουν την αξία του ευρώ. Σε αντίθετη περίπτωση οι οικονομίες με μεγάλο ποσοστό εξαγωγών (Γερμανία, Αγγλία, Ολλανδία) θα έχαναν αρκετά από τα κέρδη τους. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές (τράπεζες) φυσικά θα πάρουν το μερίδιο τους από την αύξηση των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται πλέον η Ελλάδα.
Τι γίνεται όμως με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλληλεγγύη των λαών, όρων που ευθαρσώς χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο? Σε αυτό το κοινοβούλιο, όπου ο κάθε βουλευτής έχει την δυνατότητα να μιλήσει για 1 ,2 ή 3 λεπτά, όταν οι αποφάσεις αφορούν σημαντικά θέματα όπως η οικονομική κρίση, παίρνονται από μία γραφειοκρατική μειοψηφία.
Έτσι, ο πρόεδρος της επιτροπής οικονομικών κρίσεων του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, Wolf Klinz, έστειλε τους ελεγκτές του στην Ελλάδα για να επιβλέψουν αν τα οικονομικά μέτρα λιτότητας θα εφαρμοστούν. Φυσικά, τα επιτόκια δανεισμού θα παραμείνουν αυξημένα και το ρίσκο που υποτίθεται ότι έπαιρναν οι τράπεζαν (δανείζοντας χρήματα στην Ελλάδα) δεν θα είναι πια ρίσκο. Σε οποιαδήποτε περίπτωση οι τράπεζες θα πληρωθούν. Τα λεφτά θα τα δώσει ο ελληνικός λαός παρόλο που το μερίδιο ευθύνης του στην κρίση είναι ελάχιστο.
Φυσικά, παρόμοια αυστηρότητα στην επίβλεψη του μηχανισμού ένταξης της Ελλάδος στη ευρωζώνη δεν υπήρχε. Και αυτό διότι οι “αγορές” έβαλαν προσεκτικά το χεράκι τους. Το 2001 οι σύμβουλοι της Goldman Sachs βοήθησαν την ελληνική κυβέρνηση να μαγειρέψει (νόμιμα) τα στοιχεία της οικονομίας της χρησιμοποιώντας μεθόδους αμφισβητήσιμης ηθικής (γι' αυτό το λόγο πολλοί αναλυτές μιλούν για συστημική κρίση. Το σύστημα δηλαδή επιτρέπει το “μαγείρεμα” με νόμιμες διαδικασίες). Με αυτό τον τρόπο οι αγορές (Goldman Sachs) σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση (και άλλες κυβερνήσεις) δημιούργησαν μια ψευδαίσθηση επιτυχίας, η οποία επέτρεψε στην Ελλάδα να γίνει μέλος μιας οικονομικά ισχυρής συμμαχίας. Η ψευδαίσθηση αυτή οδήγησε στη συνέχεια σε ανεύθυνες πολιτικές από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης και σε τεράστια κέρδη (επιτρέποντας τα λεγόμενα ρίσκα, τα οποία αποκαλύπτονται πλέον πως καμία σχέση δεν έχουν με ρίσκα) από πλευράς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η χρήση του ευρώ επέτρεψε από τη μία, σε μία οικονομικά ισχυρή κοσμοπολίτικη μειονότητα (το διεθνές κεφάλαιο) να εισάγει προϊόντα στην Ελλάδα (κυρίως γερμανικά) και από την άλλη, οδήγησε σε μείωση των εξαγωγών των ελληνικών προϊόντων που προερχόταν κυρίως από μικρού βεληνεκούς επιχειρήσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία.
Ο παραδοσιακός τρόπος αποφυγής της σημερινής κρίσης στην Ελλάδα θα ήταν να έξοδος από την ευρωζώνη και η υποτίμηση του νομίσματος, ο οποίος θα οδηγούσε σε ενίσχυση των εξαγωγών και μείωση των εισαγωγών. Με αυτό το τρόπο, το βάρος της ύφεσης δε θα πληρωνόταν αποκλειστικά από την εργατική τάξη. Αλλά η ευρωπαϊκή “αλληλεγγύη” δηλώνει παρούσα με σκοπό να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.
Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πραγματικά χρειάζεται. Στην πραγματικότητα αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να εφαρμοστούν Κευσιανού τύπου οικονομικές πολιτικές, η οποίες περιλαμβάνουν κρατική ενίσχυση με σκοπό την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της εσωτερικής οικονομίας (ακριβώς όπως έγινε πριν δύο χρόνια με τις τράπεζες). Για μία χώρα σαν την Ελλάδα, η οποία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί επιτυχώς μέσα στην ΕΕ, οι εξαγωγές εκτός ΕΕ περιορίζονται λόγω της χρήσης του ευρώ. Έτσι, μη μπορώντας να υποτιμήσει το νόμισμά της, η Ελλάδα θα πάψει να είναι ανταγωνιστική στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα η μόνη επιλογή εξόδου από την ύφεση να είναι η φτώχεια.
Στο χώρο της Γερμανικής εργατικής τάξης υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια εξαιτίας της πολίτικης της Γερμανικής κυβέρνησης να περιορίσει τους μισθούς και τις δημόσιες δαπάνες με σκοπό να ενισχύσει τις εξαγωγές. Σε μία ιδανική “κοινωνική Ευρώπη”, η εργατική τάξη της Γερμανίας θα απαιτούσε να δοθεί βοήθεια στους εργαζόμενους Έλληνες προτείνοντας αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, που θα αποσκοπούσε σε περιορισμό των κερδών των τραπεζών. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική.
Η ελληνική κρίση αποκάλυψε την παντελή έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της ΕΕ. Η “αλληλεγγύη” η οποία δηλώνεται από τις κυβερνήσεις είναι πλασματική. Οι κυβερνήσεις, παγιδευμένες στα μικροκομματικά τους συμφέροντα, επιδιώκουν αποκλειστικά την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων τους. Σε όλες τις περιπτώσεις τα συμφέροντα αυτά είναι σε πλήρη συμφωνία με τα συμφέροντα μιας παγκοσμιοποιημένης μειοψηφίας (διεθνές κεφάλαιο). Η ΕΕ ενώ από τη μία προωθεί μία ιδανική εικόνα διεθνισμού (ισότητα, αλληλεγγύη μεταξύ των λαών, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα κλπ) από την άλλη ουσιαστικά ενισχύει ιμπεριαλιστικές τάσεις που σε πολλές περιπτώσεις είναι σε πλήρη συμφωνία με τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Οι πληθυσμοί της ΕΕ τεχνικά μόνο συνδέονται μεταξύ τους. Παρασυρμένοι από τα ΜΜΕ και τα πολιτικά παιχνίδια των κυβερνήσεων τους, στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο σαν ποδοσφαιρικές ομάδες. Συναντιούνται μόνο σε τουριστικά θέρετρα και τα κλασικά στερεότυπα αντί να αμβλύνονται, αυξάνονται.
Τα ΜΜΕ και οι κυβερνητικές επιλογές έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη διατήρηση αυτών των στερεοτύπων. Από τη μία τα ΜΜΕ των χωρών της βόρειας Ευρώπης παρουσιάζουν την Ελλάδα σαν τριτοκοσμική χώρα (σε βαθμό που υποστηρίζεται πως δεν αξίζει ούτε καν να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης) και οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών επικεντρώνονται σε μικροπολιτικά παιχνίδια για να εξασφαλίσουν ψήφους (Μέρκελ). Από την άλλη τα ΜΜΕ της Ελλάδας προβάλουν το εφιαλτικό στερεότυπο των Γερμανών ναζί και οι πολιτικοί το ενισχύουν σε κάθε ευκαιρία με δηλώσεις περί πολεμικών αποζημιώσεων.
Ευθαρσώς οι λαοί των πιο αδύναμων οικονομιών της ΕΕ παρουσιάζονται από οικονομικούς κύκλους ως γουρούνια (PIGS) και η ΕΕ αντί να συμπεριφέρεται ως πολυπολιτισμική κοινότητα που προωθεί την αλληλεγγύη, συμπεριφέρεται σαν φάρμα ζώων όπου κάποια ζώα είναι περισσότερο ίσα από άλλα.
Diana Johnstone
www.counterpunch.org, March, 2010
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Εκτός από την οικονομική κρίση, η κατάσταση στην Ελλάδα έφερε στην επιφάνεια και το κοινωνικό χαρακτήρα της κρίσης στην ΕΕ. Η ευρωπαϊκή ένωση εκτός από οικονομική ένωση υποτίθεται ότι βασίζεται στην αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών της Ευρώπης. Παρόλα αυτά το οικονομικό έλλειμμα της ΕΕ είναι κατά πολύ μικρότερο από το έλλειμμα κοινωνικής αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.
Η οικονομική κρίση αποκάλυψε τι γίνεται στην περίπτωση, όπου μία αδύναμη οικονομία της ΕΕ παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα. Ενώ οι εμπνευστές της ΕΕ υποστήριζαν ότι η ένωση θα ενισχύσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ευημερία των λαών, αυτό που παρατηρείται είναι ότι οι οικονομικά ισχυροί προστατεύουν τα συμφέροντα τους σε βάρος των οικονομικά αδυνάτων.
Η κρίση στην Ελλάδα ξέσπασε όταν το περασμένο φθινόπωρο η νεοεκλεγείσα σοσιαλιστική κυβέρνηση αποκάλυψε ότι τα ταμεία του κράτους ήταν άδεια. Η Ελληνική κυβέρνηση, αποκρύπτοντας τα οικονομικά μεγέθη το 2001, κατάφερε να κάνει την Ελλάδα μέλος της Ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκές συνθήκες όριζαν ως όρια για την ένταξη στην ευρωζώνη 3% έλλειμμα στον προϋπολογισμό και 60% του ΑΕΠ δημόσιο χρέος. Τα όρια αυτά παραβιάζονται ανοικτά από τις ισχυρές οικονομίες της ΕΕ όπως η Γαλλία χωρίς να δημιουργούνται σκάνδαλα. Αντίθετα μετά την αποκάλυψη ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ελλάδας έφτανε στο 12.7% το 2009 και το εξωτερικό χρέος στο 125% του ΑΕΠ, τεράστιο σκάνδαλο ξέσπασε σε ολόκληρη την ΕΕ.
Φυσικά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συναντήθηκαν για να δηλώσουν της αλληλεγγύη τους στην Ελλάδα. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν, οι οποίες αρχικά είχαν μόνο την μορφή ανακοινώσεων, σκόπευαν αποκλειστικά στην ηρεμία των αγορών. Και αυτό διότι η ανταπόκριση των αγορών στην οικονομική κρίση στην Ελλάδα ήταν άκρως κερδοφορική. Η οικονομική κατάσταση του ελληνικού λαού, που για μια ακόμη φορά θα έπρεπε να υποστεί πολιτικές λιτότητας, δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Οι αγορές για μία ακόμα φορά έδρασαν, όπως άλλωστε αναμενόταν, σύμφωνα με το συμφέρον τους. Προσπάθησαν δηλαδή να κερδίσουν από την άσχημη οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Για παράδειγμα όταν η Ελλάδα προσπάθησε να αγοράσει καινούργια ομόλογα στην αρχή του χρόνου, οι αγορές απαίτησαν το επιτόκιο το ομολόγων να διπλασιαστεί με τη δικαιολογία ότι το ρίσκο η Ελλάδα να μην καταφέρει να ξεπληρώσει το χρέος είναι μεγάλο. Ουσιαστικά δηλαδή έκαναν ακόμα δυσκολότερο για την Ελλάδα να ξεπληρώσει το χρέος της αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Αυτή είναι η λογική της “ελεύθερης αγοράς”.
Αυτό που εννοούσαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες όταν δήλωναν την αλληλεγγύη τους στη Ελλάδα δεν ήταν το ότι θα ενισχύσουν την ελληνική οικονομία, όπως έκαναν με τις τράπεζες τους ένα χρόνο πριν. Εννοούσαν ότι θα επιχειρήσουν να διασφαλίσουν τα λεφτά των τραπεζών εφαρμόζοντας ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας, το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την διεύρυνση της φτώχειας στην Ελλάδα.
Η μορφή των μέτρων λιτότητας είναι πλέον γνωστή. Οι πολιτικές που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ είναι συγκεκριμένες και έχουν επαναληφθεί σε όλες τις χώρες, οι οποίες προσέφυγαν στο μηχανισμό του. Τα μέτρα περιλαμβάνουν περικοπές δημοσίων δαπανών (στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό σημαίνει απολύσεις υπαλλήλων), περικοπές στους μισθούς ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων, αύξηση του συνταξιοδοτικού ορίου ηλικίας, ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, αύξηση των φόρων κλπ. Αποτέλεσμα τέτοιων μέτρων είναι πάντα η άνοδος της ανεργίας και της μετανάστευσης. Στη περίπτωση της Ελλάδας είναι πολύ πιθανό η ανεργία να αυξηθεί από το 9.6% που είναι σήμερα στο 16%. Και όλα αυτά έχουν ως στόχο να μειώσουν το έλλειμμα στο 8.7% πάντα προς ευχαρίστηση της “ελεύθερης αγοράς”.
Εκτός από την ελεύθερη αγορά, από την κατάληξη αυτή επωφελούνται και οι ισχυρές οικονομίες της ΕΕ που επιθυμούν διακαώς να διασφαλίσουν την αξία του ευρώ. Σε αντίθετη περίπτωση οι οικονομίες με μεγάλο ποσοστό εξαγωγών (Γερμανία, Αγγλία, Ολλανδία) θα έχαναν αρκετά από τα κέρδη τους. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές (τράπεζες) φυσικά θα πάρουν το μερίδιο τους από την αύξηση των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται πλέον η Ελλάδα.
Τι γίνεται όμως με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλληλεγγύη των λαών, όρων που ευθαρσώς χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο? Σε αυτό το κοινοβούλιο, όπου ο κάθε βουλευτής έχει την δυνατότητα να μιλήσει για 1 ,2 ή 3 λεπτά, όταν οι αποφάσεις αφορούν σημαντικά θέματα όπως η οικονομική κρίση, παίρνονται από μία γραφειοκρατική μειοψηφία.
Έτσι, ο πρόεδρος της επιτροπής οικονομικών κρίσεων του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, Wolf Klinz, έστειλε τους ελεγκτές του στην Ελλάδα για να επιβλέψουν αν τα οικονομικά μέτρα λιτότητας θα εφαρμοστούν. Φυσικά, τα επιτόκια δανεισμού θα παραμείνουν αυξημένα και το ρίσκο που υποτίθεται ότι έπαιρναν οι τράπεζαν (δανείζοντας χρήματα στην Ελλάδα) δεν θα είναι πια ρίσκο. Σε οποιαδήποτε περίπτωση οι τράπεζες θα πληρωθούν. Τα λεφτά θα τα δώσει ο ελληνικός λαός παρόλο που το μερίδιο ευθύνης του στην κρίση είναι ελάχιστο.
Φυσικά, παρόμοια αυστηρότητα στην επίβλεψη του μηχανισμού ένταξης της Ελλάδος στη ευρωζώνη δεν υπήρχε. Και αυτό διότι οι “αγορές” έβαλαν προσεκτικά το χεράκι τους. Το 2001 οι σύμβουλοι της Goldman Sachs βοήθησαν την ελληνική κυβέρνηση να μαγειρέψει (νόμιμα) τα στοιχεία της οικονομίας της χρησιμοποιώντας μεθόδους αμφισβητήσιμης ηθικής (γι' αυτό το λόγο πολλοί αναλυτές μιλούν για συστημική κρίση. Το σύστημα δηλαδή επιτρέπει το “μαγείρεμα” με νόμιμες διαδικασίες). Με αυτό τον τρόπο οι αγορές (Goldman Sachs) σε συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση (και άλλες κυβερνήσεις) δημιούργησαν μια ψευδαίσθηση επιτυχίας, η οποία επέτρεψε στην Ελλάδα να γίνει μέλος μιας οικονομικά ισχυρής συμμαχίας. Η ψευδαίσθηση αυτή οδήγησε στη συνέχεια σε ανεύθυνες πολιτικές από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης και σε τεράστια κέρδη (επιτρέποντας τα λεγόμενα ρίσκα, τα οποία αποκαλύπτονται πλέον πως καμία σχέση δεν έχουν με ρίσκα) από πλευράς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η χρήση του ευρώ επέτρεψε από τη μία, σε μία οικονομικά ισχυρή κοσμοπολίτικη μειονότητα (το διεθνές κεφάλαιο) να εισάγει προϊόντα στην Ελλάδα (κυρίως γερμανικά) και από την άλλη, οδήγησε σε μείωση των εξαγωγών των ελληνικών προϊόντων που προερχόταν κυρίως από μικρού βεληνεκούς επιχειρήσεις, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία.
Ο παραδοσιακός τρόπος αποφυγής της σημερινής κρίσης στην Ελλάδα θα ήταν να έξοδος από την ευρωζώνη και η υποτίμηση του νομίσματος, ο οποίος θα οδηγούσε σε ενίσχυση των εξαγωγών και μείωση των εισαγωγών. Με αυτό το τρόπο, το βάρος της ύφεσης δε θα πληρωνόταν αποκλειστικά από την εργατική τάξη. Αλλά η ευρωπαϊκή “αλληλεγγύη” δηλώνει παρούσα με σκοπό να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη.
Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζονται είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που πραγματικά χρειάζεται. Στην πραγματικότητα αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να εφαρμοστούν Κευσιανού τύπου οικονομικές πολιτικές, η οποίες περιλαμβάνουν κρατική ενίσχυση με σκοπό την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση της εσωτερικής οικονομίας (ακριβώς όπως έγινε πριν δύο χρόνια με τις τράπεζες). Για μία χώρα σαν την Ελλάδα, η οποία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί επιτυχώς μέσα στην ΕΕ, οι εξαγωγές εκτός ΕΕ περιορίζονται λόγω της χρήσης του ευρώ. Έτσι, μη μπορώντας να υποτιμήσει το νόμισμά της, η Ελλάδα θα πάψει να είναι ανταγωνιστική στις εξαγωγές, με αποτέλεσμα η μόνη επιλογή εξόδου από την ύφεση να είναι η φτώχεια.
Στο χώρο της Γερμανικής εργατικής τάξης υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια εξαιτίας της πολίτικης της Γερμανικής κυβέρνησης να περιορίσει τους μισθούς και τις δημόσιες δαπάνες με σκοπό να ενισχύσει τις εξαγωγές. Σε μία ιδανική “κοινωνική Ευρώπη”, η εργατική τάξη της Γερμανίας θα απαιτούσε να δοθεί βοήθεια στους εργαζόμενους Έλληνες προτείνοντας αλλαγή της οικονομικής πολιτικής, που θα αποσκοπούσε σε περιορισμό των κερδών των τραπεζών. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική.
Η ελληνική κρίση αποκάλυψε την παντελή έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της ΕΕ. Η “αλληλεγγύη” η οποία δηλώνεται από τις κυβερνήσεις είναι πλασματική. Οι κυβερνήσεις, παγιδευμένες στα μικροκομματικά τους συμφέροντα, επιδιώκουν αποκλειστικά την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων τους. Σε όλες τις περιπτώσεις τα συμφέροντα αυτά είναι σε πλήρη συμφωνία με τα συμφέροντα μιας παγκοσμιοποιημένης μειοψηφίας (διεθνές κεφάλαιο). Η ΕΕ ενώ από τη μία προωθεί μία ιδανική εικόνα διεθνισμού (ισότητα, αλληλεγγύη μεταξύ των λαών, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα κλπ) από την άλλη ουσιαστικά ενισχύει ιμπεριαλιστικές τάσεις που σε πολλές περιπτώσεις είναι σε πλήρη συμφωνία με τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Οι πληθυσμοί της ΕΕ τεχνικά μόνο συνδέονται μεταξύ τους. Παρασυρμένοι από τα ΜΜΕ και τα πολιτικά παιχνίδια των κυβερνήσεων τους, στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο σαν ποδοσφαιρικές ομάδες. Συναντιούνται μόνο σε τουριστικά θέρετρα και τα κλασικά στερεότυπα αντί να αμβλύνονται, αυξάνονται.
Τα ΜΜΕ και οι κυβερνητικές επιλογές έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη διατήρηση αυτών των στερεοτύπων. Από τη μία τα ΜΜΕ των χωρών της βόρειας Ευρώπης παρουσιάζουν την Ελλάδα σαν τριτοκοσμική χώρα (σε βαθμό που υποστηρίζεται πως δεν αξίζει ούτε καν να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης) και οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών επικεντρώνονται σε μικροπολιτικά παιχνίδια για να εξασφαλίσουν ψήφους (Μέρκελ). Από την άλλη τα ΜΜΕ της Ελλάδας προβάλουν το εφιαλτικό στερεότυπο των Γερμανών ναζί και οι πολιτικοί το ενισχύουν σε κάθε ευκαιρία με δηλώσεις περί πολεμικών αποζημιώσεων.
Ευθαρσώς οι λαοί των πιο αδύναμων οικονομιών της ΕΕ παρουσιάζονται από οικονομικούς κύκλους ως γουρούνια (PIGS) και η ΕΕ αντί να συμπεριφέρεται ως πολυπολιτισμική κοινότητα που προωθεί την αλληλεγγύη, συμπεριφέρεται σαν φάρμα ζώων όπου κάποια ζώα είναι περισσότερο ίσα από άλλα.
Diana Johnstone
www.counterpunch.org, March, 2010
Απόδοση: Πράπας Δημήτρης Μάιος 2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Thursday, February 11, 2010
Κρίση και Ελπίδα
του Νόαμ Τσόμσκι
Μπορείτε να καταβάσετε και τα οχτώ μέρη του άρθρου σε μορφή pdf.
Απλώς κάντε κλικ εδώ και στη συνέχεια πατήστε το κουμπί "Click here to start download.."
Απλώς κάντε κλικ εδώ και στη συνέχεια πατήστε το κουμπί "Click here to start download.."
Sunday, February 7, 2010
Αμείβοντας τους ανθρώπους για τα ταλέντα και τη σκληρή δουλειά
του Χάουαρντ Ζιν
Στο άρθρο αυτό ο Χάουρντ Ζιν μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται οι αμοιβές σήμερα. Συγκεκριμένα ασκεί κριτική στην επικρατούσα άποψη που υποστηρίζει ότι οι αμοιβές είναι ανάλογες του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς.
Στην σημερινή κοινωνία η επικρατέστερη άποψη για το πως διακυμαίνονται οι αμοιβές των εργαζομένων είναι πως οι αμοιβές αυτές είναι ανάλογες του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Ας δούμε λοιπόν αν η άποψη αυτή είναι βάσιμη.
Υπάρχουν δύο ζητήματα που θα μας απασχολήσουν.
Το πρώτο είναι αν και κατά πόσο είναι σωστή και θα έπρεπε να αποδεχτούμε την άποψη που λέει ότι οι αμοιβές θα πρέπει να είναι ανάλογες του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Γιατί θα έπρεπε να αποδεχτούμε ότι το “ταλέντο” κάποιου ο οποίος γράφει διαφημιστικά σποτάκια για διαφημίσεις σκυλοτροφών και αμείβεται με $100.000 το χρόνο είναι μεγαλύτερο από το ταλέντο ενός μηχανικού αυτοκινήτων ο οποίος αμείβεται με $40.000; Ποιος μας βεβαιώνει ότι ο Bill Gates δουλεύει πιο σκληρά από κάποιον που δουλεύει στη κουζίνα ενός εστιατορίου; Άραγε ο CEO ενός νοσοκομείου ο οποίος αμείβεται με $400.000 το χρόνο δουλεύει σκληρότερα από μία νοσοκόμα που αμείβεται με $30.000 το χρόνο; Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου της Βοστόνης αμείβεται με $300.000 το χρόνο. Δουλεύει άραγε περισσότερο από τον καθαριστή ο οποίος καθαρίζει καθημερινά το γραφείο του; Το ταλέντο και η σκληρή δουλειά είναι ποιοτικοί παράγοντες και δεν μπορούν εύκολα να μετρηθούν ποσοτικά. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος να μετρήσουμε ποσοτικά την εργασία κάποιου έχουμε αποδεχτεί την μέτρηση της εργασίας, η οποία επιβάλλετε από τους ανθρώπους που βγαίνουν κερδισμένοι από αυτή τη μέτρηση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ομιλία του Fiorello Laguardia στο Κογκρέσο τη δεκαετία του 20 κατά την οποία αντιδρούσε σε μία νομοθεσία που θα παρείχε μεγαλύτερη αμοιβή στον διευθυντή του Treasury, Andrew Mellon. Ρωτούσε τότε ο Laguardia κατά πόσο είναι αλήθεια ότι ο Mellon εργάζεται σκληρότερα από μία νοικοκυρά στο Χάρλεμ, η οποία έχει να αναθρέψει τρία παιδιά και τα βγάζει πέρα με ένα εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Πως είναι δυνατό να μετρηθεί ποσοτικά το ταλέντο ενός καλλιτέχνη, ενός ποιητή, ενός μουσικού, ενός συγγραφέα, ενός ηθοποιού, οι περισσότεροι από τους οποίους δύσκολα πλέον μπορούν να επιβιώσουν. Γιατί το ταλέντο ενός διευθυντή μιας επιχείρησης είναι μεγαλύτερο από το ταλέντο αυτών των ανθρώπων; Θα προκαλούσα τον οποιοδήποτε να επιχειρήσει να μετρήσει ποσοτικά την ποιότητα του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Στην πρόκλησή μου υπάρχει μία πιθανή απάντηση που είναι ο χρόνος εργασίας σε αντιδιαστολή με τον ελεύθερο χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση μία νοικοκυρά θα έπρεπε να αμείβεται περισσότερο από το οποιοδήποτε διευθύνοντα στέλεχος κάποιας εταιρείας. Και οι άνθρωποι οι οποίοι κάνουν δύο δουλειές – και υπάρχουν εκατομμύρια από αυτούς – θα έπρεπε σίγουρα να αμείβονται περισσότερο από τα διευθύνοντα στελέχη των επιχειρήσεων που μπορούν να κάνουν δίωρα διαλείμματα και να πηγαίνουν πολυήμερες διακοπές στην Ιταλία.
Το δεύτερο ζήτημα είναι το αν θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά για να αμείβουμε την εργασία, ακόμη και αν μπορούσαμε να μετρήσουμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά ποσοτικά. Ζούμε σε ένα πολιτισμό ο οποίος μας διδάσκει πως έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα και καμία αμφισβήτηση αυτού του δεδομένου δεν είναι επιτρεπτή. Φυσικά ο τρόπος με τον οποίο καθορίζουμε και μετράμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά έχει να κάνει απόλυτα με τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων. Θα μπορούσαμε όμως να χρησιμοποιήσουμε κάποιο διαφορετικό κριτήριο για τις αμοιβές; Γιατί να μην αμείβουμε την εργασία ανάλογα με το τι προσφέρει στην κοινωνία. Σε μία τέτοια περίπτωση η εργασία ενός κοινωνικός λειτουργός ο οποίος προσέχει μικρά παιδιά και βοηθάει την συντήρηση ηλικιωμένων σίγουρα αξίζει περισσότερο από τον διευθυντή μιας εταιρείας κατασκευής οχήματα για πολυτελή σπορ όπως το γκολφ. Παρόμοια μία δασκάλα, μία νοσοκόμα, ένας καλλιτέχνης σίγουρα θα έπρεπε να αμείβονται περισσότερο από κάποιον που διευθύνει μια εταιρεία κατασκευής όπλων. Ακόμα καλύτερο θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο αμοιβής τι χρειάζονται οι άνθρωποι για να ζήσουν μία αξιοπρεπή ζωή. Καθώς οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων είναι λίγο πολύ οι ίδιες δε θα έπρεπε να υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στις αμοιβές και όλοι θα είχαν αρκετά λεφτά για φαγητό, στέγη, ιατρική περίθαλψη, εκπαίδευση, διασκέδαση και διακοπές.
Φυσικά υπάρχει το παραδοσιακό επιχείρημα πως σε περίπτωση που δεν αμείβουμε τους ανθρώπους με υψηλούς μισθούς η κοινωνία θα καταστρέφει και ότι η πρόοδος του κόσμου, η οποία εξαρτάται από τους υψηλόμισθους ανθρώπους, θα σταματήσει. Αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο επιχείρημα. Που είναι η απόδειξη ότι οι άνθρωποι χρειάζονται υψηλά εισοδήματα ως κίνητρο για να κάνουν σημαντικά πράγματα. Βασικά υπάρχουν ενδείξεις ότι το κίνητρο τους κέρδος οδηγεί σε ιδιαίτερα καταστρεπτικά πράγματα – ότι αποφέρει κέρδος πρέπει να συνεχίσει να παράγεται και επειδή για παράδειγμα τα πυρηνικά όπλα αποφέρουν τεράστιο κέρδος θα συνεχίσουν να παράγονται. Οι άνθρωποι δημιουργούν και κάνουν όμορφα πράγματα χωρίς να έχουν ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές. Για παράδειγμα, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες, οι εφευρέτες, οι προγραμματιστές, όλοι τους δημιουργούν και κάνουν όμορφα πράγματα καθημερινά χωρίς να έχουν ως κίνητρο το υψηλό κέρδος. Και αυτό γίνεται διότι το χρηματικό κέρδος δεν είναι η μόνη αμοιβή που μπορεί κάποιος να εισπράξει. Η αμοιβή του να ξέρεις ότι προσφέρεις στην κοινωνία και ο σεβασμός των ανθρώπων γύρω σου σε συνδυασμό με μία αξιοπρεπή χρηματική αμοιβή είναι ικανοποιητικά κίνητρα για τους περισσότερους ανθρώπους. Αν πραγματικά χρειάζονται ιδιαίτερα υψηλά χρηματικά κίνητρα για να γίνει μία δουλειά, αυτά κατά την άποψη μου θα πρέπει να πάνε σε αυτούς τους ανθρώπους που κάνουν τις πιο δυσάρεστες δουλειές. Για παράδειγμα εγώ δουλεύω ως καθηγητής πανεπιστημίου. Η δουλειά μου είναι δύσκολη αλλά σχετικά ευχάριστη σε σύγκριση με τη δουλειά ενός καθαριστή ή ενός σκουπιδιάρη. Γιατί λοιπόν εγώ χρειάζομαι μεγαλύτερο κίνητρο (χρηματικό) από τον καθαριστή; Αυτή η ερώτηση πρέπει μάλλον να απαντηθεί από ένα καθηγητή νομικής σχολής που είναι ειδικός στους τρόπους με τους οποίους συντάσσονται οι νόμοι.
Ένα ακόμη σημείο είναι πως έστω και αν δεχτούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το ταλέντο και η σκληρή δουλειά μετριούνται σήμερα είναι σωστός, πως αυτός σχετίζεται με τα μικρά παιδιά; Τα μικρά παιδιά δεν είχαν ποτέ την δυνατότητα να αποδείξουν ούτε το ταλέντο τους, ούτε τη σκληρή δουλειά τους. Γιατί λοιπόν κάποια από αυτά μεγαλώνουν μέσα στην πολυτέλεια και κάποια άλλα πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα;
Είμαστε όπως θα μπορούσε να παρατηρήσει ο οποιοσδήποτε πολύ μακρυά από τον να πετύχουμε μια κοινωνία πραγματικής ισότητας. Μπορούμε όμως να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποιώντας πολιτικές όπως η δίκαιη φορολόγηση, η νομική κατοχύρωση του χαμηλότερου επιτρεπτού εισοδήματος, η δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη και η φτηνή προσφορά στέγης. Για τους ανθρώπους που ανησυχούν (κυρίως είναι ευκατάστατοι πράγμα που δε μπορεί να είναι σύμπτωση) ότι όλοι θα αμείβονται το ίδιο, μπορείτε να τους καθησυχάσετε λέγοντάς τους ότι η ίση αμοιβή σε όλους ούτε δυνατή είναι αλλά ούτε και θεμιτή. Συνεχίζοντας πείτε τους ότι ούτε χρειάζεται η διαφορά στα επίπεδα εισοδήματος να είναι τόσο μεγάλη. Και καταλήξτε λέγοντάς τους πως θα πρέπει να υπάρχει κάποιο ελάχιστο όριο εισοδήματος για όλους και κυρίως για τα μικρά παιδιά τα οποία είναι αθώα θύματα της απίστευτα λανθασμένης άποψης που κυριαρχεί σήμερα όσον αφορά στην ιδιοκτησία και την περιουσία.
Howard Zinn, November, 25 1999
Μεταφραση: Πράπας Δημήτρης 07/02/2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Στην σημερινή κοινωνία η επικρατέστερη άποψη για το πως διακυμαίνονται οι αμοιβές των εργαζομένων είναι πως οι αμοιβές αυτές είναι ανάλογες του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Ας δούμε λοιπόν αν η άποψη αυτή είναι βάσιμη.
Υπάρχουν δύο ζητήματα που θα μας απασχολήσουν.
Το πρώτο είναι αν και κατά πόσο είναι σωστή και θα έπρεπε να αποδεχτούμε την άποψη που λέει ότι οι αμοιβές θα πρέπει να είναι ανάλογες του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Γιατί θα έπρεπε να αποδεχτούμε ότι το “ταλέντο” κάποιου ο οποίος γράφει διαφημιστικά σποτάκια για διαφημίσεις σκυλοτροφών και αμείβεται με $100.000 το χρόνο είναι μεγαλύτερο από το ταλέντο ενός μηχανικού αυτοκινήτων ο οποίος αμείβεται με $40.000; Ποιος μας βεβαιώνει ότι ο Bill Gates δουλεύει πιο σκληρά από κάποιον που δουλεύει στη κουζίνα ενός εστιατορίου; Άραγε ο CEO ενός νοσοκομείου ο οποίος αμείβεται με $400.000 το χρόνο δουλεύει σκληρότερα από μία νοσοκόμα που αμείβεται με $30.000 το χρόνο; Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου της Βοστόνης αμείβεται με $300.000 το χρόνο. Δουλεύει άραγε περισσότερο από τον καθαριστή ο οποίος καθαρίζει καθημερινά το γραφείο του; Το ταλέντο και η σκληρή δουλειά είναι ποιοτικοί παράγοντες και δεν μπορούν εύκολα να μετρηθούν ποσοτικά. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος να μετρήσουμε ποσοτικά την εργασία κάποιου έχουμε αποδεχτεί την μέτρηση της εργασίας, η οποία επιβάλλετε από τους ανθρώπους που βγαίνουν κερδισμένοι από αυτή τη μέτρηση. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την ομιλία του Fiorello Laguardia στο Κογκρέσο τη δεκαετία του 20 κατά την οποία αντιδρούσε σε μία νομοθεσία που θα παρείχε μεγαλύτερη αμοιβή στον διευθυντή του Treasury, Andrew Mellon. Ρωτούσε τότε ο Laguardia κατά πόσο είναι αλήθεια ότι ο Mellon εργάζεται σκληρότερα από μία νοικοκυρά στο Χάρλεμ, η οποία έχει να αναθρέψει τρία παιδιά και τα βγάζει πέρα με ένα εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Πως είναι δυνατό να μετρηθεί ποσοτικά το ταλέντο ενός καλλιτέχνη, ενός ποιητή, ενός μουσικού, ενός συγγραφέα, ενός ηθοποιού, οι περισσότεροι από τους οποίους δύσκολα πλέον μπορούν να επιβιώσουν. Γιατί το ταλέντο ενός διευθυντή μιας επιχείρησης είναι μεγαλύτερο από το ταλέντο αυτών των ανθρώπων; Θα προκαλούσα τον οποιοδήποτε να επιχειρήσει να μετρήσει ποσοτικά την ποιότητα του ταλέντου και της σκληρής δουλειάς. Στην πρόκλησή μου υπάρχει μία πιθανή απάντηση που είναι ο χρόνος εργασίας σε αντιδιαστολή με τον ελεύθερο χρόνο. Σε αυτή την περίπτωση μία νοικοκυρά θα έπρεπε να αμείβεται περισσότερο από το οποιοδήποτε διευθύνοντα στέλεχος κάποιας εταιρείας. Και οι άνθρωποι οι οποίοι κάνουν δύο δουλειές – και υπάρχουν εκατομμύρια από αυτούς – θα έπρεπε σίγουρα να αμείβονται περισσότερο από τα διευθύνοντα στελέχη των επιχειρήσεων που μπορούν να κάνουν δίωρα διαλείμματα και να πηγαίνουν πολυήμερες διακοπές στην Ιταλία.
Το δεύτερο ζήτημα είναι το αν θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά για να αμείβουμε την εργασία, ακόμη και αν μπορούσαμε να μετρήσουμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά ποσοτικά. Ζούμε σε ένα πολιτισμό ο οποίος μας διδάσκει πως έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα και καμία αμφισβήτηση αυτού του δεδομένου δεν είναι επιτρεπτή. Φυσικά ο τρόπος με τον οποίο καθορίζουμε και μετράμε το ταλέντο και τη σκληρή δουλειά έχει να κάνει απόλυτα με τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων. Θα μπορούσαμε όμως να χρησιμοποιήσουμε κάποιο διαφορετικό κριτήριο για τις αμοιβές; Γιατί να μην αμείβουμε την εργασία ανάλογα με το τι προσφέρει στην κοινωνία. Σε μία τέτοια περίπτωση η εργασία ενός κοινωνικός λειτουργός ο οποίος προσέχει μικρά παιδιά και βοηθάει την συντήρηση ηλικιωμένων σίγουρα αξίζει περισσότερο από τον διευθυντή μιας εταιρείας κατασκευής οχήματα για πολυτελή σπορ όπως το γκολφ. Παρόμοια μία δασκάλα, μία νοσοκόμα, ένας καλλιτέχνης σίγουρα θα έπρεπε να αμείβονται περισσότερο από κάποιον που διευθύνει μια εταιρεία κατασκευής όπλων. Ακόμα καλύτερο θα ήταν να χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο αμοιβής τι χρειάζονται οι άνθρωποι για να ζήσουν μία αξιοπρεπή ζωή. Καθώς οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων είναι λίγο πολύ οι ίδιες δε θα έπρεπε να υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά στις αμοιβές και όλοι θα είχαν αρκετά λεφτά για φαγητό, στέγη, ιατρική περίθαλψη, εκπαίδευση, διασκέδαση και διακοπές.
Φυσικά υπάρχει το παραδοσιακό επιχείρημα πως σε περίπτωση που δεν αμείβουμε τους ανθρώπους με υψηλούς μισθούς η κοινωνία θα καταστρέφει και ότι η πρόοδος του κόσμου, η οποία εξαρτάται από τους υψηλόμισθους ανθρώπους, θα σταματήσει. Αυτό είναι ιδιαίτερα αμφίβολο επιχείρημα. Που είναι η απόδειξη ότι οι άνθρωποι χρειάζονται υψηλά εισοδήματα ως κίνητρο για να κάνουν σημαντικά πράγματα. Βασικά υπάρχουν ενδείξεις ότι το κίνητρο τους κέρδος οδηγεί σε ιδιαίτερα καταστρεπτικά πράγματα – ότι αποφέρει κέρδος πρέπει να συνεχίσει να παράγεται και επειδή για παράδειγμα τα πυρηνικά όπλα αποφέρουν τεράστιο κέρδος θα συνεχίσουν να παράγονται. Οι άνθρωποι δημιουργούν και κάνουν όμορφα πράγματα χωρίς να έχουν ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές. Για παράδειγμα, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι νοσοκόμοι, οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς, οι επιστήμονες, οι εφευρέτες, οι προγραμματιστές, όλοι τους δημιουργούν και κάνουν όμορφα πράγματα καθημερινά χωρίς να έχουν ως κίνητρο το υψηλό κέρδος. Και αυτό γίνεται διότι το χρηματικό κέρδος δεν είναι η μόνη αμοιβή που μπορεί κάποιος να εισπράξει. Η αμοιβή του να ξέρεις ότι προσφέρεις στην κοινωνία και ο σεβασμός των ανθρώπων γύρω σου σε συνδυασμό με μία αξιοπρεπή χρηματική αμοιβή είναι ικανοποιητικά κίνητρα για τους περισσότερους ανθρώπους. Αν πραγματικά χρειάζονται ιδιαίτερα υψηλά χρηματικά κίνητρα για να γίνει μία δουλειά, αυτά κατά την άποψη μου θα πρέπει να πάνε σε αυτούς τους ανθρώπους που κάνουν τις πιο δυσάρεστες δουλειές. Για παράδειγμα εγώ δουλεύω ως καθηγητής πανεπιστημίου. Η δουλειά μου είναι δύσκολη αλλά σχετικά ευχάριστη σε σύγκριση με τη δουλειά ενός καθαριστή ή ενός σκουπιδιάρη. Γιατί λοιπόν εγώ χρειάζομαι μεγαλύτερο κίνητρο (χρηματικό) από τον καθαριστή; Αυτή η ερώτηση πρέπει μάλλον να απαντηθεί από ένα καθηγητή νομικής σχολής που είναι ειδικός στους τρόπους με τους οποίους συντάσσονται οι νόμοι.
Ένα ακόμη σημείο είναι πως έστω και αν δεχτούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο το ταλέντο και η σκληρή δουλειά μετριούνται σήμερα είναι σωστός, πως αυτός σχετίζεται με τα μικρά παιδιά; Τα μικρά παιδιά δεν είχαν ποτέ την δυνατότητα να αποδείξουν ούτε το ταλέντο τους, ούτε τη σκληρή δουλειά τους. Γιατί λοιπόν κάποια από αυτά μεγαλώνουν μέσα στην πολυτέλεια και κάποια άλλα πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα;
Είμαστε όπως θα μπορούσε να παρατηρήσει ο οποιοσδήποτε πολύ μακρυά από τον να πετύχουμε μια κοινωνία πραγματικής ισότητας. Μπορούμε όμως να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση χρησιμοποιώντας πολιτικές όπως η δίκαιη φορολόγηση, η νομική κατοχύρωση του χαμηλότερου επιτρεπτού εισοδήματος, η δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους, η δωρεάν ιατρική περίθαλψη και η φτηνή προσφορά στέγης. Για τους ανθρώπους που ανησυχούν (κυρίως είναι ευκατάστατοι πράγμα που δε μπορεί να είναι σύμπτωση) ότι όλοι θα αμείβονται το ίδιο, μπορείτε να τους καθησυχάσετε λέγοντάς τους ότι η ίση αμοιβή σε όλους ούτε δυνατή είναι αλλά ούτε και θεμιτή. Συνεχίζοντας πείτε τους ότι ούτε χρειάζεται η διαφορά στα επίπεδα εισοδήματος να είναι τόσο μεγάλη. Και καταλήξτε λέγοντάς τους πως θα πρέπει να υπάρχει κάποιο ελάχιστο όριο εισοδήματος για όλους και κυρίως για τα μικρά παιδιά τα οποία είναι αθώα θύματα της απίστευτα λανθασμένης άποψης που κυριαρχεί σήμερα όσον αφορά στην ιδιοκτησία και την περιουσία.
Howard Zinn, November, 25 1999
Μεταφραση: Πράπας Δημήτρης 07/02/2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Monday, February 1, 2010
Αλλάζοντας μυαλά, Ένα κάθε φορά
του Χάουαρντ Ζιν
Ο Χάουαρντ Ζιν, στο άρθρο αυτό που γράφτηκε το 2005 λίγες μέρες μετά από την έναρξη της δεύτερης θητείας του George Bush, μιλάει για την επιρροή των κοινωνικών κινημάτων στο σχηματισμό και στη μεταβολή της κοινής γνώμης. Περιλαμβάνοντας διάφορα ιστορικά παραδείγματα δείχνει ότι τα κοινωνικά κινήματα είναι ικανά να μετατρέψουν την κοινή γνώμη προσφέροντας τις κατάλληλες πληροφορίες. Η επιτυχία μιας τέτοιας προσπάθειας δεν είναι πάντοτε σίγουρη αλλά τις περισσότερες φορές τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά θετικά και ελπιδοφόρα.
Ξεκίνησα να γράφω αυτό το άρθρο την επόμενη μέρα της έναρξης της δεύτερης θητείας του George Bush. Τη μέρα αυτή το πρωτοσέλιδο των New York Times έγραφε “O Bush ξεκινά τη δεύτερη θητεία του λέγοντας ότι Το κάλεσμα της εποχής μας είναι η διάδοση της ελευθερίας στον κόσμο”. Δύο μέρες νωρίτερα στην ίδια εφημερίδα υπήρχε η φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού στο Ιράκ, να κλαίει καλυμμένο με αίμα. Η λεζάντα έλεγε “ένα κοριτσάκι στο Ιράκ ούρλιαζε και έκλαιγε μετά το θάνατο των γονιών της από Αμερικανούς στρατιώτες. Η οικογένεια βρισκόταν στο αμάξι τους και δεν σταμάτησε για έλεγχο. Η στρατιωτική αστυνομία ερευνά την υπόθεση”. Σήμερα στην ίδια εφημερίδα υπάρχει μία φωτογραφία νεαρών ανθρώπων να χειροκροτούν τον πρόεδρο Bush. Οι άνθρωποι αυτοί δεν διαφέρουν πολύ από αυτούς που εικονίζονται σε μία άλλη φωτογραφία, οι οποίοι διαδήλωναν εναντίον της πολιτικής του Bush στο Ιράκ. Πραγματικά αμφιβάλλω αν οι νέοι που χειροκροτούσαν τον Bush είχαν δει τη φωτογραφία του κοριτσιού. Και ακόμα και αν την είχαν δει αμφιβάλλω αν θα την σκεφτόταν όταν άκουγαν τον Bush να μιλάει για τη διάδοση της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Η αμφιβολία αυτή με οδηγεί σε ένα μεγαλύτερο ερώτημα. Τι ακριβώς χρειάζεται για να μεταβληθεί το κοινωνικό συνειδητό. Τι δηλαδή χρειάζεται ώστε κάποιος ρατσιστής να μετατραπεί σε οπαδό της φυλετικής ισότητας? Τι χρειάζεται για να αλλάξει γνώμη κάποιος που είναι υπέρ του πολέμου στο Ιράκ? Σε ερωτήσεις σαν και αυτές χρειάζεται οπωσδήποτε να δώσουμε απάντηση διότι είναι γνωστό ότι οι κοινωνική αλλαγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αλλαγή του κοινωνικού συνειδητού.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα δε χρειάζεται να κάνουμε κάποιο πολύπλοκο ψυχολογικό πείραμα. Αρκεί να κοιτάξουμε λίγο μέσα μας και να συζητήσουμε με τους φίλους μας. Θα ανακαλύψουμε τότε πως κανένας δε γεννιέται έχοντας κριτική σκέψη απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον. Υπάρχουν κάποιες στιγμές ή περίοδοι στη ζωή μας, όπου συγκεκριμένα γεγονότα μας κάνουν εντύπωση και μας κάνουν να αμφισβητήσουμε τις απόψεις που έχουμε, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη σκέψη μας από την οικογένεια, τη σχολική παιδεία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Η παραπάνω διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχουμε την ευθύνη να εστιάσουμε την προσοχή των ανθρώπων σε πληροφορίες που δεν τους είναι εύκολα προσβάσιμες, και οι οποίες ενδεχομένως να τους κάνουν να ξανασκεφτούν κάποια πράγματα.
Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε. Η απάντηση είναι προφανής και συνάμα βαθυστόχαστη. Όπως θα έλεγε το Βουδιστικό Μάντρα “Ψάξε για την αλήθεια στο σημείο που βρίσκεσαι.”
Αν σκεφτούμε τους ανθρώπους που ζητωκραύγαζαν τον George Bush μπορούμε να πούμε ότι κάποιοι από αυτούς δεν θα άλλαζαν άποψη βλέποντας τη φωτογραφία του μικρού κοριτσιού. Θα έβρισκαν διάφορες δικαιολογίες. Πιθανώς θα έλεγαν ότι το συμβάν ήταν απλώς ένα ατύχημα ή πως ήταν μία μεμονωμένη πράξη κάποιων στρατιωτών ή ακόμη πως ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός στην προσπάθεια απελευθέρωσης του Ιρακινού λαού.
Στις ΗΠΑ υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας ανθρώπων οι οποίοι πάντα θα πιστεύουν ότι η αμερικάνικη κυβέρνηση πράττει πάντοτε σωστά και πάντοτε προσπαθεί να προωθήσει την ελευθερία και τη δημοκρατία. Όποιο γεγονός και να τους παρουσίαζες δεν θα άλλαζαν ποτέ γνώμη. Ο πυρήνας όμως αυτός είναι μειοψηφία. Όπως ακριβώς μειοψηφία είναι και οι άνθρωποι που σθεναρά διαμαρτύρονται κατά του πολέμου.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο μειοψηφίες υπάρχει η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων οι οποίοι έχουν ανατραφεί με την ιδέα ότι το αμερικάνικο κράτος προσπαθεί να προωθήσει το καλό στο κόσμο. Η πλειοψηφία αυτή δύσκολα μπορεί να πιστέψει κάτι διαφορετικό. Είναι όμως ικανή να ξανασκεφτεί αυτές τις ιδέες σε περίπτωση που της παρουσιάσεις μία διαφορετική άποψη την οποία στηρίζεις με συγκεκριμένα επιχειρήματα και γεγονότα. Αυτή άλλωστε είναι και η ιστορία των κοινωνικών κινημάτων.
Για παράδειγμα στις ΗΠΑ υπήρχε ένας σκληρός πυρήνας ανθρώπων που υποστήριζαν το θεσμό της δουλείας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 το κίνημα των οπαδών της κατάργησης της δουλείας (Abolitionists) ξεκίνησε. Αρχικά οι Abolitionists αντιμετωπίστηκαν εχθρικά και σε πολλές περιπτώσεις διώχτηκαν βίαια. Φτάνοντας όμως στο τέλος της δεκαετίας του 1850 η κοινή γνώμη είχε αλλάξει άποψη. Τι λοιπόν συνέβη σε αυτά τα τριάντα χρόνια? Οι πραγματικές διαστάσεις και η βαρβαρότητα του φαινομένου της δουλείας παρουσιάστηκαν στην πλειοψηφία των πολιτών κυρίως χάρη στον ηρωισμό και τη δράση των Abolitionists, στις μαρτυρίες των σκλάβων που είχαν δραπετεύσει και στη παρουσία των μαύρων ακτιβιστών όπως οι Frederick Douglass και Harriet Tubman.
Κάτι παρόμοιο συνέβη κατά την διάρκεια του κινήματος για τα δικαιώματα των μαύρων στις Νότιες πολιτείες της Αμερικής. Δράσεις όπως το Montgomery Bus Boycott, οι Freedom Rides και οι διαδηλώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να γίνει γνωστή η πολύχρονη ιστορία ταπείνωσης και βαρβαρότητας προς εκατομμύρια ανθρώπους και ευαισθητοποίησαν πολλούς ανθρώπους τόσο στο Νότο όσο και στο Βορρά.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος του Βιετνάμ τα δύο τρίτα των Αμερικανών ήταν υπέρ του πολέμου. Μερικά χρόνια αργότερα τα δύο τρίτα ήταν εναντίον του πολέμου. Καθώς λοιπόν κάποιοι έμειναν σταθεροί στην άποψη τους, κάποιοι άλλοι άλλαξαν γνώμη. Οι συνέπειες των βομβαρδισμών παρουσιάστηκαν στο κοινό με διάφορες μορφές όπως για παράδειγμα φωτογραφίες δολοφονημένων μικρών παιδιών και φωτογραφίες ρίψης βομβών Ναπάλμ. Οι φωτογραφίες αυτές έκαναν αδύνατο πλέον να γίνουν πιστευτές οι δηλώσεις του προέδρου Johnson στις οποίες υποστήριζε ότι ο πόλεμος γίνεται για το καλό του λαού του Βιετνάμ και είναι απαραίτητος για να εμποδιστεί η διάδοση του Κομμουνισμού στον κόσμο.
Το ίδιο πράγμα συναίβει και με τον πόλεμο στο Ιράκ. Αρχικά τα 4/5 της Αμερικάνικής κοινής γνώμης ήταν υπέρ του πολέμου. Αυτό ήταν αποτέλεσμα κυρίως των συνεχών δηλώσεων του προέδρου Μπους για την σημασία του πολέμου στην προώθηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας και της σημασίας του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Σήμερα με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων παρατηρείτε μία μετατόπιση της κοινής γνώμης. Τουλάχιστο το 50% της κοινής γνώμης είναι αντίθετο στο πόλεμο.
Αυτό που συναίβει τα δύο αυτά χρόνια είναι ότι η προσπάθεια κάποιων ανθρώπων έκανε εφικτό να παρουσιαστούν στη κοινή γνώμη οι πραγματικές διαστάσεις του πολέμου. Φάνηκε δηλαδή ότι ο Ιρακινός λαός αντί να υποδέχεται με λουλούδια του Αμερικάνους στρατιώτες αντιστεκόταν σθεναρά στην αμερικάνικη κατοχή. Αυτό έγινε με την παρουσίαση σχετικών φωτογραφιών και τη συγγραφή πολλών σχετικών αναλύσεων.
Είναι υποχρέωση και πρόκληση των εκπαιδευτικών να δώσουν στους μαθητές και φοιτητές τις πληροφορίες εκείνες που δεν γράφονται στα βιβλία και τις οποίες δεν μπορούν να πάρουν από τα ΜΜΕ. Ο οποιοσδήποτε έχει την ευκαιρία να συζητά με τους φίλους, τους γείτονες και τους συναδέλφους του πρέπει να κάνει το ίδιο. Περισσότερο μάλιστα εκείνοι οι οποίοι αρθρογραφούν σε εφημερίδες, περιοδικά και το Ίντερνετ και μπορούν με αυτό τον τρόπο να έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο κοινό.
Η ιστορία μπορεί να δώσει όλα εκείνα τα παραδείγματα που μπορούν να πείσουν το κόσμο. Συγκεκριμένα η ιστορία των ΗΠΑ έχει να επιδείξει διάφορα παραδείγματα για την βιαιότητα του Αμερικάνικου επεκτατισμού. Η ιστορία των ιθαγενών της βόρειας Αμερικής, η καταστροφή της Κούβας, του Πουέρτο Ρίκο, της Αϊτής και κυρίως των Φιλιππίνων, η πολύχρονη κατοχή της Αϊτής και του Δομινικανής Δημοκρατίας, οι επεμβάσεις των Αμερικανών πεζοναυτών στην Λατινική Αμερική, τη Κορέα και το Βιετνάμ και ο τεράστιος αριθμός των Αμερικανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε αυτές τις επεμβάσεις είναι κάποια από τα παραδείγματα που μας προσφέρει η ιστορία.
Οι ιστορικές αυτές αλήθειες βρίσκουν το δρόμο προς την επιφάνεια της κοινωνικής ζωής παρά τα οποιαδήποτε εμπόδια και διαλύουν σιγά σιγά την αξιοπιστία των οπαδών του πολέμου και του επεκτατισμού. Η σημαντικότερη δουλειά ενός κοινωνικού κινήματος είναι ακριβώς να παρουσιάσει αυτά τα γεγονότα στην κοινή γνώμη. Ακριβώς όπως η φωτογραφία του μικρού κοριτσιού από το Ιράκ.
Επιπλέον τα κινήματα πρέπει να κάνουν ένα ακόμη βήμα και να επιχειρήσουν να προτείνουν ένα διαφορετικό δρόμο αντίθετο στην απληστία και τη βία. Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται για την κοινωνική αλλαγή και εμπνέονται από το όραμα ενός διαφορετικού κόσμου. Σε μία χώρα με τον πλούτο των ΗΠΑ τα πάντα είναι εφικτά, αρκεί ο πλούτος αυτός να χρησιμοποιηθεί σωστά. Να μην ξοδεύεται δηλαδή σε πολεμικές συγκρούσεις και να μην συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μειοψηφίας κάποιων υπέρ - πλούσιων.
Η αδικία που υπάρχει στο κόσμο επιβάλλει τον αγώνα για δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι στο κόσμο ζουν σε συνθήκες εξαιρετικής φτώχειας και δυστυχίας η αμερικάνικη κυβέρνηση ξοδεύει 500 δισεκατομμύρια δολάρια στο στρατιωτικό προϋπολογισμό. Τα λόγια των ανθρώπων που συναντιούνται κάθε χρόνο στο Porto Alegre της Βραζιλίας επιδεικνύουν πως ένας διαφορετικός κόσμος όπου τα εθνικά σύνορα θα αμβλυνθούν και οι φυσικοί πόροι αυτού του πλανήτη θα χρησιμοποιούνται από όλους τους ανθρώπους είναι εφικτός.
Οι ψεύτικες υποσχέσεις των πλουσίων και ισχυρών για δήθεν διάδοση της ελευθερίας πρέπει να αποκαλύπτονται. Η διάδοση της ελευθερίας και της δημοκρατίας πρέπει να γίνει πραγματικότητα με την κοινή προσπάθεια όλων μας. Πρέπει να γίνουμε περισσότεροι και να αποκαλύψουμε την αλήθεια που συχνά βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας, σε φίλους, γείτονες, συναδέλφους, εφημερίδες, περιοδικά και το Ίντερνετ.
Howard Zinn, March 2005 Issue
Μεταφραση: Πράπας Δημήτρης 31/01/2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Ξεκίνησα να γράφω αυτό το άρθρο την επόμενη μέρα της έναρξης της δεύτερης θητείας του George Bush. Τη μέρα αυτή το πρωτοσέλιδο των New York Times έγραφε “O Bush ξεκινά τη δεύτερη θητεία του λέγοντας ότι Το κάλεσμα της εποχής μας είναι η διάδοση της ελευθερίας στον κόσμο”. Δύο μέρες νωρίτερα στην ίδια εφημερίδα υπήρχε η φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού στο Ιράκ, να κλαίει καλυμμένο με αίμα. Η λεζάντα έλεγε “ένα κοριτσάκι στο Ιράκ ούρλιαζε και έκλαιγε μετά το θάνατο των γονιών της από Αμερικανούς στρατιώτες. Η οικογένεια βρισκόταν στο αμάξι τους και δεν σταμάτησε για έλεγχο. Η στρατιωτική αστυνομία ερευνά την υπόθεση”. Σήμερα στην ίδια εφημερίδα υπάρχει μία φωτογραφία νεαρών ανθρώπων να χειροκροτούν τον πρόεδρο Bush. Οι άνθρωποι αυτοί δεν διαφέρουν πολύ από αυτούς που εικονίζονται σε μία άλλη φωτογραφία, οι οποίοι διαδήλωναν εναντίον της πολιτικής του Bush στο Ιράκ. Πραγματικά αμφιβάλλω αν οι νέοι που χειροκροτούσαν τον Bush είχαν δει τη φωτογραφία του κοριτσιού. Και ακόμα και αν την είχαν δει αμφιβάλλω αν θα την σκεφτόταν όταν άκουγαν τον Bush να μιλάει για τη διάδοση της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Η αμφιβολία αυτή με οδηγεί σε ένα μεγαλύτερο ερώτημα. Τι ακριβώς χρειάζεται για να μεταβληθεί το κοινωνικό συνειδητό. Τι δηλαδή χρειάζεται ώστε κάποιος ρατσιστής να μετατραπεί σε οπαδό της φυλετικής ισότητας? Τι χρειάζεται για να αλλάξει γνώμη κάποιος που είναι υπέρ του πολέμου στο Ιράκ? Σε ερωτήσεις σαν και αυτές χρειάζεται οπωσδήποτε να δώσουμε απάντηση διότι είναι γνωστό ότι οι κοινωνική αλλαγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αλλαγή του κοινωνικού συνειδητού.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα δε χρειάζεται να κάνουμε κάποιο πολύπλοκο ψυχολογικό πείραμα. Αρκεί να κοιτάξουμε λίγο μέσα μας και να συζητήσουμε με τους φίλους μας. Θα ανακαλύψουμε τότε πως κανένας δε γεννιέται έχοντας κριτική σκέψη απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον. Υπάρχουν κάποιες στιγμές ή περίοδοι στη ζωή μας, όπου συγκεκριμένα γεγονότα μας κάνουν εντύπωση και μας κάνουν να αμφισβητήσουμε τις απόψεις που έχουμε, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στη σκέψη μας από την οικογένεια, τη σχολική παιδεία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Η παραπάνω διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έχουμε την ευθύνη να εστιάσουμε την προσοχή των ανθρώπων σε πληροφορίες που δεν τους είναι εύκολα προσβάσιμες, και οι οποίες ενδεχομένως να τους κάνουν να ξανασκεφτούν κάποια πράγματα.
Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε. Η απάντηση είναι προφανής και συνάμα βαθυστόχαστη. Όπως θα έλεγε το Βουδιστικό Μάντρα “Ψάξε για την αλήθεια στο σημείο που βρίσκεσαι.”
Αν σκεφτούμε τους ανθρώπους που ζητωκραύγαζαν τον George Bush μπορούμε να πούμε ότι κάποιοι από αυτούς δεν θα άλλαζαν άποψη βλέποντας τη φωτογραφία του μικρού κοριτσιού. Θα έβρισκαν διάφορες δικαιολογίες. Πιθανώς θα έλεγαν ότι το συμβάν ήταν απλώς ένα ατύχημα ή πως ήταν μία μεμονωμένη πράξη κάποιων στρατιωτών ή ακόμη πως ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός στην προσπάθεια απελευθέρωσης του Ιρακινού λαού.
Στις ΗΠΑ υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας ανθρώπων οι οποίοι πάντα θα πιστεύουν ότι η αμερικάνικη κυβέρνηση πράττει πάντοτε σωστά και πάντοτε προσπαθεί να προωθήσει την ελευθερία και τη δημοκρατία. Όποιο γεγονός και να τους παρουσίαζες δεν θα άλλαζαν ποτέ γνώμη. Ο πυρήνας όμως αυτός είναι μειοψηφία. Όπως ακριβώς μειοψηφία είναι και οι άνθρωποι που σθεναρά διαμαρτύρονται κατά του πολέμου.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο μειοψηφίες υπάρχει η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων οι οποίοι έχουν ανατραφεί με την ιδέα ότι το αμερικάνικο κράτος προσπαθεί να προωθήσει το καλό στο κόσμο. Η πλειοψηφία αυτή δύσκολα μπορεί να πιστέψει κάτι διαφορετικό. Είναι όμως ικανή να ξανασκεφτεί αυτές τις ιδέες σε περίπτωση που της παρουσιάσεις μία διαφορετική άποψη την οποία στηρίζεις με συγκεκριμένα επιχειρήματα και γεγονότα. Αυτή άλλωστε είναι και η ιστορία των κοινωνικών κινημάτων.
Για παράδειγμα στις ΗΠΑ υπήρχε ένας σκληρός πυρήνας ανθρώπων που υποστήριζαν το θεσμό της δουλείας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 το κίνημα των οπαδών της κατάργησης της δουλείας (Abolitionists) ξεκίνησε. Αρχικά οι Abolitionists αντιμετωπίστηκαν εχθρικά και σε πολλές περιπτώσεις διώχτηκαν βίαια. Φτάνοντας όμως στο τέλος της δεκαετίας του 1850 η κοινή γνώμη είχε αλλάξει άποψη. Τι λοιπόν συνέβη σε αυτά τα τριάντα χρόνια? Οι πραγματικές διαστάσεις και η βαρβαρότητα του φαινομένου της δουλείας παρουσιάστηκαν στην πλειοψηφία των πολιτών κυρίως χάρη στον ηρωισμό και τη δράση των Abolitionists, στις μαρτυρίες των σκλάβων που είχαν δραπετεύσει και στη παρουσία των μαύρων ακτιβιστών όπως οι Frederick Douglass και Harriet Tubman.
Κάτι παρόμοιο συνέβη κατά την διάρκεια του κινήματος για τα δικαιώματα των μαύρων στις Νότιες πολιτείες της Αμερικής. Δράσεις όπως το Montgomery Bus Boycott, οι Freedom Rides και οι διαδηλώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να γίνει γνωστή η πολύχρονη ιστορία ταπείνωσης και βαρβαρότητας προς εκατομμύρια ανθρώπους και ευαισθητοποίησαν πολλούς ανθρώπους τόσο στο Νότο όσο και στο Βορρά.
Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος του Βιετνάμ τα δύο τρίτα των Αμερικανών ήταν υπέρ του πολέμου. Μερικά χρόνια αργότερα τα δύο τρίτα ήταν εναντίον του πολέμου. Καθώς λοιπόν κάποιοι έμειναν σταθεροί στην άποψη τους, κάποιοι άλλοι άλλαξαν γνώμη. Οι συνέπειες των βομβαρδισμών παρουσιάστηκαν στο κοινό με διάφορες μορφές όπως για παράδειγμα φωτογραφίες δολοφονημένων μικρών παιδιών και φωτογραφίες ρίψης βομβών Ναπάλμ. Οι φωτογραφίες αυτές έκαναν αδύνατο πλέον να γίνουν πιστευτές οι δηλώσεις του προέδρου Johnson στις οποίες υποστήριζε ότι ο πόλεμος γίνεται για το καλό του λαού του Βιετνάμ και είναι απαραίτητος για να εμποδιστεί η διάδοση του Κομμουνισμού στον κόσμο.
Το ίδιο πράγμα συναίβει και με τον πόλεμο στο Ιράκ. Αρχικά τα 4/5 της Αμερικάνικής κοινής γνώμης ήταν υπέρ του πολέμου. Αυτό ήταν αποτέλεσμα κυρίως των συνεχών δηλώσεων του προέδρου Μπους για την σημασία του πολέμου στην προώθηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας και της σημασίας του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Σήμερα με βάση τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων παρατηρείτε μία μετατόπιση της κοινής γνώμης. Τουλάχιστο το 50% της κοινής γνώμης είναι αντίθετο στο πόλεμο.
Αυτό που συναίβει τα δύο αυτά χρόνια είναι ότι η προσπάθεια κάποιων ανθρώπων έκανε εφικτό να παρουσιαστούν στη κοινή γνώμη οι πραγματικές διαστάσεις του πολέμου. Φάνηκε δηλαδή ότι ο Ιρακινός λαός αντί να υποδέχεται με λουλούδια του Αμερικάνους στρατιώτες αντιστεκόταν σθεναρά στην αμερικάνικη κατοχή. Αυτό έγινε με την παρουσίαση σχετικών φωτογραφιών και τη συγγραφή πολλών σχετικών αναλύσεων.
Είναι υποχρέωση και πρόκληση των εκπαιδευτικών να δώσουν στους μαθητές και φοιτητές τις πληροφορίες εκείνες που δεν γράφονται στα βιβλία και τις οποίες δεν μπορούν να πάρουν από τα ΜΜΕ. Ο οποιοσδήποτε έχει την ευκαιρία να συζητά με τους φίλους, τους γείτονες και τους συναδέλφους του πρέπει να κάνει το ίδιο. Περισσότερο μάλιστα εκείνοι οι οποίοι αρθρογραφούν σε εφημερίδες, περιοδικά και το Ίντερνετ και μπορούν με αυτό τον τρόπο να έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερο κοινό.
Η ιστορία μπορεί να δώσει όλα εκείνα τα παραδείγματα που μπορούν να πείσουν το κόσμο. Συγκεκριμένα η ιστορία των ΗΠΑ έχει να επιδείξει διάφορα παραδείγματα για την βιαιότητα του Αμερικάνικου επεκτατισμού. Η ιστορία των ιθαγενών της βόρειας Αμερικής, η καταστροφή της Κούβας, του Πουέρτο Ρίκο, της Αϊτής και κυρίως των Φιλιππίνων, η πολύχρονη κατοχή της Αϊτής και του Δομινικανής Δημοκρατίας, οι επεμβάσεις των Αμερικανών πεζοναυτών στην Λατινική Αμερική, τη Κορέα και το Βιετνάμ και ο τεράστιος αριθμός των Αμερικανών στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε αυτές τις επεμβάσεις είναι κάποια από τα παραδείγματα που μας προσφέρει η ιστορία.
Οι ιστορικές αυτές αλήθειες βρίσκουν το δρόμο προς την επιφάνεια της κοινωνικής ζωής παρά τα οποιαδήποτε εμπόδια και διαλύουν σιγά σιγά την αξιοπιστία των οπαδών του πολέμου και του επεκτατισμού. Η σημαντικότερη δουλειά ενός κοινωνικού κινήματος είναι ακριβώς να παρουσιάσει αυτά τα γεγονότα στην κοινή γνώμη. Ακριβώς όπως η φωτογραφία του μικρού κοριτσιού από το Ιράκ.
Επιπλέον τα κινήματα πρέπει να κάνουν ένα ακόμη βήμα και να επιχειρήσουν να προτείνουν ένα διαφορετικό δρόμο αντίθετο στην απληστία και τη βία. Καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται για την κοινωνική αλλαγή και εμπνέονται από το όραμα ενός διαφορετικού κόσμου. Σε μία χώρα με τον πλούτο των ΗΠΑ τα πάντα είναι εφικτά, αρκεί ο πλούτος αυτός να χρησιμοποιηθεί σωστά. Να μην ξοδεύεται δηλαδή σε πολεμικές συγκρούσεις και να μην συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μειοψηφίας κάποιων υπέρ - πλούσιων.
Η αδικία που υπάρχει στο κόσμο επιβάλλει τον αγώνα για δικαιοσύνη. Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι στο κόσμο ζουν σε συνθήκες εξαιρετικής φτώχειας και δυστυχίας η αμερικάνικη κυβέρνηση ξοδεύει 500 δισεκατομμύρια δολάρια στο στρατιωτικό προϋπολογισμό. Τα λόγια των ανθρώπων που συναντιούνται κάθε χρόνο στο Porto Alegre της Βραζιλίας επιδεικνύουν πως ένας διαφορετικός κόσμος όπου τα εθνικά σύνορα θα αμβλυνθούν και οι φυσικοί πόροι αυτού του πλανήτη θα χρησιμοποιούνται από όλους τους ανθρώπους είναι εφικτός.
Οι ψεύτικες υποσχέσεις των πλουσίων και ισχυρών για δήθεν διάδοση της ελευθερίας πρέπει να αποκαλύπτονται. Η διάδοση της ελευθερίας και της δημοκρατίας πρέπει να γίνει πραγματικότητα με την κοινή προσπάθεια όλων μας. Πρέπει να γίνουμε περισσότεροι και να αποκαλύψουμε την αλήθεια που συχνά βρίσκεται ακριβώς δίπλα μας, σε φίλους, γείτονες, συναδέλφους, εφημερίδες, περιοδικά και το Ίντερνετ.
Howard Zinn, March 2005 Issue
Μεταφραση: Πράπας Δημήτρης 31/01/2010
Διαβάστε το στα αγγλικά
Subscribe to:
Posts (Atom)